Ο Σπύρος Φαγογένης αφηγείται ιστορία που έλεγε η μητέρα του Αγαθή Φαγογένη, το «ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ», όταν ήταν μικρά παιδιά. Μερικά κενά που υπήρχαν, τα συμπλήρωσε μόνος του σε συνεργασία με τη Λόλα Μεσημέρη του Κύρκου.

Πρόκειται για μία αφήγηση των Παθών του Κυρίου, που με μορφή ποιήματος ή Ύμνου, απαγγέλονταν η μάλλον ψάλλονταν, από γυναίκες ή παιδιά, ακόμη και σήμερα, σε μικρές παρέες, κυρίως τα βράδια, όταν κάθονταν στο τζάκι κι έπλεκαν ή κεντούσαν ή όταν συγκεντρωνόταν σε κάποιο χώρο, στα σπίτια ή τις γειτονιές ή κατά το μάζεμα της ελιάς. Αυτό γινόταν κυρίως στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής.

Καλό είναι το Άγιος ο Θεός καλό κι όπου το λέει
Κι όπου το λέει σώνεται κι όπου το ακούει αγιάζει
Κι όπου καλά το αφρουκαστεί Παράδεισο θα λάβει
Παράδεισο και εκκλησιές και άγια μοναστήρια.

Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφο
Δένδρο εκεί δεν ήτανε δένδρο εφανερώθη
Το δένδρο ήτανε ο Χριστός και οι κλώνοι οι αϊ Αποστόλοι
Τα φύλλα ήταν οι μάρτυρες κι οι ρίζες οι Προφήτες
που προφητεύαν κι έλεγαν για του Χριστού τα πάθη.

-Χριστέ μου πώς τα υπόμεινες τα θλιβερά μαρτούρια;
-Τα υπόμεινα τα βάσταξα για τη χριστιανοσύνη
για να γεννιούνται οι χριστιανοί να κάνουν ελεημοσύνη

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
Την προσευχή της έκανε για τον Μονογενή της

Τον Φαραώ διατάξανε να κάνει τρία περόνια.
Εκείνο το τρισκατάρατο βαρεί και κάνει πέντε.

-Εσύ Φαραώ που τα έκανες εσύ να τα διατάξεις.
-Εγώ λοιπόν που τά έφτειαξα εγώ θα τα διατάξω

-Βάλτε του δυό στα πόδια του δύο στα χέριά του
Το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του
Να στάξει αίμα και νερό να πικραθεί η καρδιά του

Σαν το άκουσε η Δέσποινα έπεσε δειλιασμένη
Και έτρεξαν τρεις γειτόνισσες κι οι τρεις αγαπημένες
Η Μάρθα η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
Του Ιακώβου η αδελφή η μονογεννημένη.

Επήραν το στενό στρατί , στρατί το μονοπάτι.
και το στρατί τις έβγαλε μες στου ληστή την πόρτα

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου
Και η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της

Θωρούν δεξιά θωρούν ζερβά κανένα δεν γνωρίζουν
Θωρούν πιο δεξιότερα βλέπουν τον Αϊ Γιάννη

-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου
μην είδες συ το τέκνο μου και τον διδάσκαλο σου;

-Ποιος έχει στόμα να στο πεί καρδιά να σου μιλήσει
ποιος έχει χειροκάλαμο για να σου τόνε δείξει;

-Βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο
Που έχει στεφάνι ακάνθινο στην κεφαλή βαλμένο
και που φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;

-Εκείνος είναι ο γιόκας σου κι εμένα ο δάσκαλος μου .
-Σαν πού βουνό να γκρεμισθώ σαν πού λίθος να πέσω;
Σαν πού μαχαίρι δίκοπο να αδικοθανατέψω;

-Δεν μου μιλάς παιδάκι μου , δεν μου μιλάς παιδί μου ;
Και ο Χριστός απήντησε από το σταυρό επάνω
-Τι να σου πω μανούλα μου , τι να σου ομολογήσω;
Ήτανε θέλημα Θεού , βούληση του Πατέρα.

Όχι μάνα μη σκοτωθείς ,θα σκοτωθούν μανάδες
Όχι Μάνα, να μη σφαγείς , θε να σφαγούν αδελφάδες
Μη κάμεις μανάδες να σφαγούν , αδέλφια να πεθάνουν
Μη κάμεις πρωτοστέφανα να κόψουν τον λαιμό τους

Πήγαινε Μάνα στο κελί και κάνε την προσευχή σου
Βάλε κρασάκι στο γυαλί κι αφράτο παξιμάδι
Και δείξε τις παρηγοριές για τις καμένες μάνες .

Μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά στο μεσονύχτι
Όταν λαλήσει ο πετεινός , σημάνουνε οι καμπάνες
Κι ανάψουνε στις εκκλησιές ολόχρυσες λαμπάδες
Τότε και συ μανούλα μου να πας να μεταλάβεις

Του χρόνου πάλι νάρθουμε με υγεία να σας βρούμε
Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.
Να ζήσει χρόνια εκατό και να τα ξεπεράσει
Και στων παιδιών του τις χαρές κουφέτα να μοιράσει