Σ Ε Μ Π Ρ Ε Β Ι Β Α !!!

Συγγραφέας: Μίμης Κούρτης και Γιώργης Δρυμωνιάτης, Εκδότης: , Έτος πρώτης έκδοσης:

Σ Ε Μ Π Ρ Ε Β Ι Β Α !!!

1ο του Μίμη Κούρτη (έμπνευση από το διήμερο αφιέρωμα της ΙΟΝΙΟΥ Βιβλιοθήκης στη Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά, για το λουλούδι Κυθήρων Σεμπρεβίβα).

Σεμπρεβίβα

Του Πάρι η Ελένη, η ωραία του,
μετά την άνομη φυγή να ξαποστάσει, θέλει λίγο.
Εκείνος πλεύρισε το πλοίο του
και κάθισαν ν' αναπαυτούν στο όμορφο Τσιρίγο.

Άφωνος έμεινε σαν γύρισε κι αντίκρυσε,
βαμμένα ολόχρυσα τ' απότομα γκρεμνά του,
που τα στολίζουν λουλουδάκια κατακίτρινα,
και ζάλισαν το νου και την καρδιά του.

Και ζήλεψε η Ωραία γιατί θαύμασε,
περσότερο τα άνθη από την ντίβα.
Με συμπαθάς κυρά και καλλονή,
μα λάμπει πιο πολύ η Σεμπρεβίβα.

Τα μακριά, λυτά μαλλιά της στόλισε
αφού στους σύμμαχους θεούς αφιέρωσε θυσία,
με αχυρώδη, Σεμπρεβίβας φύλλα και με τ' άνθη της,
που την περάσαν έτσι στην αθανασία.

 

2ο Του Γιώργη Δρυμωνιάτη (Από το διήμερο αφιέρωμα της Ιονίου Βιβλιοθήκης της Ένωσης Επτανησίων Ελλάδας στη σεμπρεβίβα, το αμάραντο άνθος των Κυθήρων, το αιώνιο σύμβολο του Έρωτα).

Η Σεμπρεβίβα κι η Ωραία Ελένη

Ήτανε Άνοιξη που φύσηξε του έρωτα τ’ αγέρι, το αθάνατο, φούσκωσε το λευκό πανί και τις ψυχές ξεσήκωσε και το μικρό σκαρί , που απ’ την Κρανάη το έσκασε, γεμάτο δόξα ερωτική, στα Ζάθεα τα Κύθηρα τους κάβους είχε δέσει.

Ήταν μακρύ και δύσκολο πολύ ως την Τροία το ταξίδι κι είχαν ανάγκη προστασίας θεϊκής οι απ’ τον έρωτα ωραία τυφλωμένοι.

Μα σαν η ωραία Ελένη είδε τη Θεά εκεί να κατοικεί στο τετραπέλαγο νησί και να αστράφτει ως το φως όλης της οικουμένης, «ω κάλλος συ των Ουρανών, ω των αστέρων κορυφή, ω Αφροδίτη, είπε, πόσο ζηλεύω, η θνητή, την θεία ομορφιά σου!» Το κάλλος ζήλεψε το κάλλος. Μα η Θεά, «δείξε της είπε, ω Πάρι, το λουλούδι ετούτο που χρυσαφένιο εδώ λαμποκοπά κι, ως κάποτε το πότισα με τα θολά μου δάκρυα σαν έχασα τον Άδωνι, τον μέγα έρωτά μου, αθάνατο εγίνηκε, ως ο έρωτας και κείνο».

Έκοψε τότε ο Πάρις σεμπρεβίβα απ’ τον βράχο.
«Ίδια κι εσύ ωραία μου Ελένη, είπε.

Για δες! Το χρυσαφί του όλο στα μαλλιά σου κι ο λυγερός του μίσχος σώμα σου και το βελούδο των πετάλων του το δέρμα σου, χαρά μου.
Η ομορφιά σου, κοίτα το, ίδια μ’ εκείνου είναι.

Ελένη μου, αθάνατη , όπως εκείνο, μείνε!» Πήρε την σεμπρεβίβα η Ελένη και στα μαλλιά της την απόθεσε ευθύς κι όπως τις κοίταζε τις δυο η Αφροδίτη, η καημένη, ζήλεψ’ εκείνη τότε κι όλο ζήλεια είπε.

«Είναι στιγμές που τους ανθρώπους
τους ζηλεύουν οι Αθάνατοι.
Ω θηλυκά της εμορφιάς,
ανώτατες του έρωτα Θεές,
εσείς θνητές μου είστε!»

Χρόνια πολλά παν' από τότε που η Ελένη εχάθηκε στης Τροίας την οιμωγή
κι η Αφροδίτη μες στην μέγγενη του χρόνου άδοξα χάθηκε κι αυτή.

Μα η σεμπρεβίβα στο Τσιρίγο πάντα μένει, αιώνια ριζωμένη στην ηφαίστειά του γη, για να θυμίζει στους θνητούς την στους αιώνες των αιώνων ανεξίτηλη ομορφιά της υπερτάτης ηδονής, που πάντα ζει, η τρισευλογημένη, μες στ’ έρωτα την πανωραία μορφή.



Η σεμπρεβίβα πάντα ζει και το φωνάζει στου βράχου πάνω την αιώνια σιωπή:
«Ω, ναι! ο θείος έρωτας ποτέ δεν θα πεθάνει, ακόμα κι αν πεθάνουν οι Θεοί».

 

Located in: Ποίηση