Της Αλμύρας Λόγια

Συγγραφέας: Μίμης Κούρτης, Εκδότης: Οσελότος, Έτος πρώτης έκδοσης: 2018

Της Αλμύρας Λόγια

Δύσκολο να πιστέψεις ιστορίες για παιχνίδια που έπαιξε η ίδια η ζωή. Πιο δύσκολο να χειριστείς τα λόγια των ανθρώπων που αφηγούνται τις περιπέτειές τους. Μα πιο επίπονο και ψυχοφθόρο είναι να καταγράψεις αλήθειες βγαλμένες από τα μύχια της ψυχής των ανθρώπων που τις βίωσαν.

Και στις δέκα ιστορίες, η αλήθεια έχει τον πρώτο λόγο. Αποζημίωση μεγάλη, η λύτρωση στο βλέμμα των πρωταγωνιστών μόλις τελειώνουν τις ιστορίες τους. Λύτρωση, που πιστεύω να νιώσει και ο αναγνώστης διαβάζοντας τις ιστορίες του βιβλίου. 

Απόσπασμα από το  βιβλίο

Εγκλουβή, χειμώνας του 1948.

Τραχύς, βαρύς και δύσκολος ο φετινός χειμώνας. Ο Φλεβάρης ετούτος φλεβίζει πραγματικά και προκαλεί προβλήματα στους αγρότες και τις οδικές συγκοινωνίες. Ο Εμφύλιος καλά κρατεί.
Η Εγκλουβή δίνει τη μάχη της επιβίωσης στα μέτωπα της βιοπάλης και του αγώνα. Πολλοί άντρες που έκαναν λάθος να είναι κομμουνιστές και αντιστασιακοί στοιβάζονται στις περιβόητες φυλακές της Λευκάδας και στα υγρά μπουντρούμια του βενετσιάνικου κάστρου. Σε αυτά μεταφέρονται όσοι προορίζονται για την εξορία.
Η Εγκλουβή,πρωτοπόρα και στις φυλακίσεις.Αύριο είναι ημέρα επισκεπτηρίου και όσοι έχουν δικούς τους στη φυλακή,
ετοιμάζονται να τους επισκεφτούν.
Ο Κώστας Θερμός - Τζίνος, είναι ένας από τους αγωνιστές κρατούμενους που προορίζεται για την εξορία.
Η γυναίκα του Λουκία και οι κόρες τους Αγγελική και Ελπινίκη βρίσκονται στην Παλαιοκατούνα για να μαζέψουν τις ελιές.
Πολλοί κάτοικοι της Εγκλουβής, που έχουν κτήματα δικά τους ή σεμπρικά, μετακομίζουν αυτή την εποχή στο όμορφο αυτό χειμαδιό. Κι επειδή δεν έχουν κανονικά σπίτια, μένουν σε ερειπωμένα κτίσματα, τα γνωστά αχούρια.

Στο αχούρι - χώρος ενιαίος για ανθρώπους και ζώα-,οι τρείς γυναίκες πήραν την είδηση για το μεθαυριανό επισκεπτήριο
στις φυλακές και ετοιμάζονται να ανέβουν στην Εγκλουβή και από εκεί την άλλη μέρα να επισκεφθούν τον αγωνιστή σύζυγο και πατέρα.

17 Φλεβάρη 1948. Η ημέρα ξημέρωσε πολύ αγριεμένη, λες και ήθελε να τιμωρήσει ή να εκδικηθεί κάποιους.Το χιόνι άρχισε να πέφτει και να στρώνει τους δρόμους. Η Λουκία σαμάρωσε το γαϊδουράκι της, φόρτωσε τα σακούλια με τα λιγοστά υπάρχοντά τους, πήρε τις κόρες της και ξεκίνησε για το σπίτι τους στην Εγκλουβή - μακρινή διαδρομή, δύο ώρες δρόμο. Το χιόνι δυναμώνει και όσο περνάει η ώρα μετατρέπεται σε χιονοθύελλα, δεν έχει σκοπό να καταλαγιάσει η χιονόπτωση.

Σκοτεινιάζει και γρήγορα αυτή την εποχή. Η Λουκία δεν σταματά να προσεύχεται και παρακαλάει να τους δώσει δύναμη ο Θεός να φτάσουν στον προορισμό τους. Μα ο δρόμος αντί να μαζεύει, συνεχώς ξεμακραίνει. Το γαϊδουράκι λαχανιάζει, σκοντάφτει και δυστυχώς εγκαταλείπει. Η αγωνία γίνεται φόβος για τη Λουκία. Τα κορίτσια, που φορτώνονται και τα σακούλια με τα υπάρχοντα, αδυνατούν να προχωρήσουν. Ο χιονίάς αγριεύει, λες και έβαλε στόχο να σπείρει τον τρόμο, λες κι έγινε σύμμαχος των φασιστών και των δωσίλογων και βασανίζει τους συγγενείς των «κακοποιών» αγωνιστών, που στοιβάζονται σαν ζώα στις φυλακές της ντροπής.

«Μάνα αποκάμαμε», ακούστηκαν τα κορίτσια, «δεν αντέχουν άλλο τα πόδια μας».

«Κουράγιο, κοπέλες μου, φτάσαμε έξω απ΄το χωριό»

Τους έδωσε λίγες σταφίδες, που είχαν απομείνει στην τσέπη της ποδιάς της, τις σκέπασε με ό,τι μπορούσε και ξεκίνησε μόνη της να φωνάξει βοήθεια.

Αναθάρρησε η Λουκία μόλις αντίκρισε τα πρώτα σπίτια του χωριού. Όμως τα παγωμένα πόδια της την πρόδωσαν. Δεν μπορούσε να κάνει ρούπι και σε κάποιο παραπάτημα χτύπησε κι έσπασε το πόδι της. Άρχισε να φωνάζει: «Βοήθεια», μα ποιος να την ακούσει μέσα στον χιονιά. Οι κάτοικοι είχαν κουρνιάσει από νωρίς στα σπίτια τους, δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουν μ΄αυτή τη θεομηνία.
Έσφιξε τα δόντια της και φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε.

Κάποια στιγμή, η φωνή της άρχισε να την εγκαταλείπει. Η απελπισία, έκδηλη στο πρόσωπό της.Τραβούσε τα μαλλιά της κι έμπηξε τα νύχια στα μάγουλά της.

«Βοήθεια,χάνω τα παιδιά μου».

Στα μάτια της άσπρισαν τα πάντα και δεν ήταν απ΄το χιόνι. Χάθηκε από μπροστά της το χωριό,βυθίστηκε στο λευκό του πάπλωμα. Τώρα πια χάθηκαν όλα.

Ξύπνησε η Εγκλουβή καταπλακωμένη από το χιόνι. Άγριο το ξύπνημα και απότομο, και το τοπίο καταπλάκωσε και τις καρδιές των ανθρώπων.
Φριχτό και ανομολόγητο το θέαμα. Τραγωδία, που έγραψε η ίδια η ζωή και που κανένας τραγικός δεν θα μπορούσε να συλλάβει.
Θρήνος και κοπετός.

Βρήκαν τη μάνα ξεμαλλιασμένη. Στα παγωμένα χέρια της κρατούσε σαν λάφυρο απελπισίας τις τούφες των μαλλιών της. Γρατζουνιές και αίματα παγωμένα, και η αγωνία αποτυπωμένη στο τραγικό πρόσωπο. Τα μάτια της ορθάνοιχτα, στραμμένα προς το μέρος όπου άφησε απαγκιασμένες τις κόρες της.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, βρήκαν τις δύο αδερφές μαρμαρωμένες και σφιχταγκαλιασμένες. Η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στα παιδικά μουτράκια τους. Κι έφυγαν άδοξα, ντυμένες στο άσπρο νυφικό που τους έραψε το φονικό χιόνι.

Κάποιοι είπαν την άλλη μέρα πως σαν κάτι ν΄άκουσαν μέσα στη νύχτα, μα νόμισαν πως ήταν το ουρλιαχτό λύκων, που βγήκαν σεργιάνι να βρουν την τροφή τους.

Και η Λουκία ξεκίνησε να βρει τον Αιμίλιο και τον Σταύρο, τ΄αδέρφια της που δολοφονήθηκαν από ντόπιους δωσίλογους, υπηρέτες των Γερμανών κατακτητών.

Στο υγρό κελί του κάστρου, ο Κώστας περίμενε να δει και να αποχαιρετήσει τα παιδιά και τη γυναίκα του. Το επισκεπτήριο κόντευε στο τέλος του και δεν εμφανιζόταν κανείς. Φίδια των έζωσαν και το μαντάτο δεν άργησε να μαθευτεί.

Κι όμως άντεξε ο Κώστας. Έγινε θηρίο και γιγαντώθηκε απ΄τον άδικο πόνο. «Ίσως να φταίει κι ο καθαρός αέρας της Γυάρου», έλεγε χαριτολογώντας. «Συνεχίζω να ζω. Για την ψυχή των παιδιών μου,για τη θυσία της γυναίκας μου, για του κόμματος την τιμή», μονολογούσε.

Κάθε φορά που ο περίπατος με φέρνει στη θέση Λυμπιά, ριγώ και δακρύζω βλέποντας την αναθηματική στήλη και διαβάζοντας:
«Τιμή και μνήμη στη Λουκία Θερμού,ετών 41, και στις κόρες της Αγγελική, ετών 14, και Ελπινίκη, ετών 11, που τραγικά παγίδεψε η χιονοθύελλα, στις 17 Φλεβάρη του 1948, και σε όλες τις γυναίκες που στήριξαν τους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες».

Το παράπονο του Φλεβάρη

Δεν φτάνει που σακάτη με βαφτίσανε,
που μου ΄κλεψαν τις κόρες μου, τις μέρες,
με εγκλήματα ανάλγητα με φόρτωσαν
εκείνοι που αίμα αδελφικό δεν χόρτασαν
κι είχανε για παιγνίδι τους τις σφαίρες.

Πως να ξεπλύνω την ανείπωτη ντροπή,
το πληγωμένο πρόσωπο της μάνας;
Ανέσπα τα μαλλιά της και παγώσανε
μαζί με το αίμα σχήμα πόνου δώσανε
και χρώμα θρήνου στο τραγούδι της καμπάνας.

Ποιος γλύπτης τραγικός τάχα να σμίλεψε
δάκρυα παιδιών που μοιάζουν σταλακτίτες;
Σε προσωπάκια τρυφερά, σε χείλη αφίλητα,
γόοι πικροί σε στόματα αμίλητα,
εικόνες που δεν μάντεψαν ακόμη κι οι προφήτες.

Located in: Ποίηση