Ξενοκρατία: το Ιόνιο και άλλα ελληνικά κράτη

του Σάκη Γκέκα[i]

Κατά τα τελευταία λίγα χρόνια, οι λέξεις αποικία και προτεκτοράτο κυριαρχούν στις συζητήσεις και τα γραφόμενα σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση στην Ελλάδα, καθώς η διάσημη χώρα παραμένει μπλοκαρισμένη σε μια κρίση χωρίς προηγούμενο (σε καιρό ειρήνης). Από το 2010, η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας είχε ως αποτέλεσμα ανεργία ρεκόρ και οικονομική εξάρτηση, ίσως για πολλά ακόμη χρόνια· η καταστροφή αυτή οδήγησε σε μια ρητορική που μιλά για την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, αφού η χώρα έχει γίνει «αποικία χρέους» και «προτεκτοράτο».

Περίεργος τόπος η Κέρκυρα!  Πολιτισμένος, τρυφερός, αλλά κι εκρηκτικός. (…)  Πείνα κι όνειρα… μετά μουσικής.  Φοβερός συνδυασμός που έδιωχνε τις ανασφάλειες.  Η πιο χρησιμοποιημένη λέξη ήταν το «μπιστιού», προφανώς από το «πίστωση», το «βερεσέ» δηλαδή. Οι Κερκυραίοι χρωστούσανε τη σοδειά τους, την δουλειά τους, την ύπαρξή τους και μονίμως τους λείπανε τα όβολα για να βάλουνε ένα καινούργιο σκουτί [ρούχο] απάνω τους. Αυτά που δεν χρωστούσανε σε κανένα μαρκάντε [έμπορο] και τοκογλύφο ήτανε η «άγια βουρλισιά» που κουβαλούσανε στα γονίδιά τους και ο ρομαντισμός που τους φώτιζε την δύσκολη ζωή τους.

Σε αυτό το πολύωρο ηχητικό βιβλίο, ο συγγραφέας και καταξιωμένοι ηθοποιοί, αποδίδουν την ντοπιολαλιά και ξεδιπλώνουν τέσσερεις κωμικοτραγικές ιστορίες οι οποίες είναι Ο ΝΙΟΡΑΝΤΕΣ, Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ, ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΠΟΥ ΑΡΓΗΣΕ ΝΑ ’ΡΘΕΙ και Ο ΤΣΙΡΛΙΛΗΣ.

Τα πρόσωπα στις ιστορίες αυτές παίρνουν πνοή και τους προσφέρεται η ευκαιρία να ζήσουν για λίγο μαζί μας.

Παράλληλα διατρέχουμε την ιστορία του νησιού και ακούμε επιλεγμένες μελωδίες από τα Επτάνησα.

Η Κέρκυρα, από την αρχαιότητα μέχρι τα μέσα περίπου του περασμένου αιώνα δέχθηκε πολυάριθμες εισβολές, κατοχές και ξένες κυριαρχίες. Διασταυρώθηκαν πολλά πολιτιστικά ρεύματα και η επιρροή του δυτικού πολιτισμού σημάδεψε τον τόπο και τον χαρακτήρα των κατοίκων του νησιού.

Η δεκαετία του 1950, δεκαετία ορόσημο για την αλλαγή πορείας της κοινωνικής ζωής των Κερκυραίων στη σύγχρονη εποχή, έχει πολλά να μας πει. Είχε τελειώσει ένας παγκόσμιος πόλεμος που άφησε στο νησί ορθάνοιχτες πληγές και είχε ακολουθήσει ένας εμφύλιος αλληλοσπαραγμός. Τα κάστρα της παλαιάς ταξικής κοινωνίας που όριζαν και διέκριναν τους Κερκυραίους στην ολιγομελή τάξη των αρχόντων και του απλού λαού, του πόπολου, είχανε καταρρεύσει.

Σ’ εκείνη τη μεταβατική εποχή που η φτώχεια ξυπνούσε κάθε μέρα με τον διαχρονικό πολιτισμό του τόπου και η πείνα είχε για προσφάϊ της τη μουσική και τον έρωτα, οι Κερκυραίοι ονευρεύονταν τον καινούργιο κόσμο.


«Ο ΝΙΟΡΑΝΤΕΣ και άλλες κορφιάτικες κωμικο-τραγικές ιστορίες», είναι ένα τμήμα της «μηχανής» του χρόνου που μας οδηγεί στο παρελθόν αλλά οδηγεί και το παρελθόν σε μας, για να το γνωρίσουμε.

 

 

 

Ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, Μιχάλης Πολίτης, εκπόνησε τη μετάφραση του βιβλίου του Jimmy Jamar με τίτλο: "Επιστολές στον Λόρδο Βύρωνα. Σκέψεις για την Ελλάδα του χθες, του σήμερα, του αύριο". Το βιβλίο εκδόθηκε το 2016 στην Κέρκυρα από τις εκδόσεις Λοράνδου.

Παρακάτω παρατίθεται ο πρόλογος του μεταφραστή:

Όλα ξεκίνησαν πριν από μερικά χρόνια, σε μια μικρή παραλία της Φολεγάνδρου, όταν από ευγένεια είπα μια καλημέρα σε μια οικογένεια γαλλόφωνων, με την οποία μοιραζόμασταν τα ελάχιστα τετραγωνικά της σκιάς ενός βράχου. Ήταν ο Jimmy, η Ιωάννα και τα δυο παιδιά τους. Αυτή η απλή καλημέρα αποτέλεσε την αρχή μιας σχέσης φιλίας, η οποία κτίστηκε μέρα με τη μέρα. Στην αρχή, η σχέση μας ήταν μια σχέση που αναπτύσσουν συνήθως παραθεριστές, μια σχέση την οποία θεωρούμε συνήθως εφήμερη, μια σχέση η οποία, συνήθως, δεν έχει μέλλον.

Κουβεντιάζοντας με τον Jimmy, ανακάλυπτα κάθε μέρα όλο και περισσότερες πτυχές του εσωτερικού του κόσμου. Αν και στα χαρτιά «τεχνοκράτης» (στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), είναι ρομαντικός, οραματιστής και συνάμα πραγματιστής, με μια αέναη διάθεση για προσφορά. Η διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο πόλων της καθημερινότητάς του, του τεχνοκράτη και του αθεράπευτα ρομαντικού, τού προσφέρει τη δυνατότητα να βλέπει με ενάργεια και ευαισθησία τα προβλήματα της δεύτερης πατρίδας του, της Ελλάδας, και να ενεργεί με πάθος για την αντιμετώπισή τους. Όπου κι αν πάει, όπου κι αν σταθεί, μιλάει για την Ελλάδα του χθες, του σήμερα, και του αύριο, καταβάλλει προσπάθεια να κινητοποιήσει τον κόσμο υπέρ των αδυνάτων.

Στο βιβλίο του κάνει αναφορά στη βοήθεια που προσέφερε στο Σπίτι του Ηθοποιού, ωστόσο αυτό που τον κατέστησε άξιο θαυμασμού και ιδιαίτερης εκτίμησης ήταν η εκδήλωση “12 ώρες για την Ελλάδα”, τα έσοδα της οποίας διατίθενται, πλέον, για την αγορά πετρελαίου, το οποίο διανέμεται σε σχολεία ακριτικών χωριών της Ελλάδας. Δίκαια η Ελληνική Πολιτεία τον τίμησε, το 2014, για την προσφορά του με τη διάκριση του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος της Τιμής.

Όλα αυτά, με ώθησαν μια μέρα να του προτείνω να μεταφράσω το βιβλίο του “Επιστολές στον Λόρδο Βύρωνα. Σκέψεις για την Ελλάδα του χθες, του σήμερα, του αύριο”. Κάποιοι με ρώτησαν γιατί επέλεξα το Βύρων αντί του Μπάιρον. Την απάντηση την είχε δώσει ο ίδιος ο Jimmy στο έργο του. Στις επιστολές του, ενημερώνει τον αποδέκτη τους ότι έχει ήδη περάσει στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων κι έχει καταταγεί δίπλα στους επιφανείς του Ελληνικού Έθνους κι ότι το όνομά του, ή μάλλον ο τίτλος που εκείνος φέρει, χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα ως βαφτιστικό και ως ονομασία μιας συνοικίας της Αθήνας. Δεν υπήρχε δίλημμα. Η απόδοση είχε ήδη κατοχυρωθεί!

Ας εστιάσουμε σ’ αυτό το βιβλίο και τη μετάφρασή του.

Ο Jimmy υιοθετώντας την τεχνική της αποστολής επιστολών σε μια εμβληματική προσωπικότητα της Ελληνικής Επανάστασης, τον Λόρδο Βύρωνα, προσπαθεί με τον τρόπο του να συνεγείρει το αναγνωστικό του κοινό υπέρ της Ελλάδας, της Ελλάδας της κρίσης, της Ελλάδας που θέλει να ελπίζει, της Ελλάδας που λατρεύει. Μέσα από τις επιστολές του αναγνωρίζουμε και ανακαλύπτουμε όχι μόνο τον ιδεολόγο και μαχητή υπέρ των αρχών του, αλλά τον βαθύτερο εσωτερικό του κόσμο, μπολιασμένο με το αρχαίο αλλά και νεοελληνικό πνεύμα. Η ψυχή του συγκινείται εξ ίσου όταν επισκέπτεται τα μνημεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού ή όταν επισκέπτεται την Αθήνα του σήμερα, όταν διαβάζει Ελύτη, Καβάφη, Σεφέρη, Καζαντζάκη, Τσίρκα, Δήμου, Αξελό, όταν ακούει τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη και των βάρδων που ανέδειξε ο κόσμος του ρεμπέτικου ή όταν θυμάται, πριν από πολλά χρόνια, την επίσκεψή του στον Άθω.

Συγκινείται επίσης από πράγματα απλά, καθημερινά, αληθινά. Συγκινείται από τη φιλοξενία και την καθημερινότητα των κατοίκων της Φολεγάνδρου, δεν ξεχνά τις πρώτες του εμπειρίες σ’ αυτό το ξεχασμένο νησί των Κυκλάδων. Πριν φύγει για τις Βρυξέλλες, ακόμη και τώρα, θα χαιρετήσει όλους τους φίλους του, τόσο αυτούς που συναντά στο καφενείο του Κάστρου όσο κι αυτούς που αναπαύονται στο κοιμητήριο του νησιού, αυτούς που τον υποδέχθηκαν για πρώτη φορά στο νησί πριν από τριάντα περίπου χρόνια.

Στις επιστολές του διακρίνει κανείς εύκολα την εναλλαγή της ψυχικής κατάστασής του, η οποία αποτυπώνεται στις υφολογικές του επιλογές. Άλλοτε απλώς περιγράφει ή εξιστορεί κι άλλοτε η συγκίνησή του είναι τέτοια ώστε είναι δύσκολο να τον ακολουθήσεις πάντα στους μαιάνδρους της ψυχής του. Είναι από τα πιο δύσκολα σημεία όχι μόνο για τον μεταφραστή, αλλά και για τον απλό αναγνώστη. Όταν μετέφραζα αυτά τα σημεία, θυμήθηκα μια ομιλία, πριν τριάντα περίπου χρόνια, του Γάλλου ακαδημαϊκού Dominique Fernandez, ο οποίος μιλώντας στην Κέρκυρα για τη λογοτεχνική μετάφραση, είχε πει, ότι εάν θέλουμε να αποδώσουμε πιστά ένα λογοτεχνικό έργο, πρέπει να ταυτιστούμε πλήρως με τον συντάκτη του κειμένου αφετηρίας. Μεταφράζοντας αυτά ακριβώς τα σημεία, συνειδητοποίησα πόσο δίκιο είχε.

Αγαπητέ Jimmy, έχοντας τελειώσει αυτή τη μετάφραση, έχοντας έναν κόμπο στον λαιμό, όπως κι εσύ όταν χαιρετούσες για τελευταία φορά τον Βύρωνά σου, προφέρω κι εγώ χαμηλόφωνα και με γαλήνιο τρόπο τρεις μόνο λέξεις:

Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ

Μιχάλης Πολίτης

 

 

 

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Πώς μπορεί μια γυναίκα, μια μάνα, να φέρεται έτσι σε ένα παιδί; Πώς μπορεί να είναι τόσο αδιάφορη, τόσο περίκλειστη, τόσο εχθρική όταν εκείνο εκλιπαρεί για προσοχή και αγάπη, που κάθε παιδί δικαιούται; Και ποιος μπορεί να την κατηγορήσει όταν η δική της ανάγκη για προσοχή και αγάπη ακυρώθηκε τόσο βίαια; Ποιος μπορεί να την παρηγορήσει για τα ερείπια της δικής της ζωής, γι’ αυτό που ήταν άλλοτε και ποτέ δεν θα ξαναγίνει;

Δεκατρία ολόκληρα χρόνια το καλό και το σκοτεινό κομμάτι της ηρωίδας μάχονται μέσα της σε σύγκρουση εξουθενωτική και την οδηγούν σ’ ένα ατέλειωτο κι οδυνηρό εκκρεμές αντιφάσεων. Η συμφιλίωση, οι παραδοχές, η συγχώρεση συγκρούονται διαρκώς με τον θυμό, τη διάψευση, την προδοσία, σ’ έναν αγώνα με άδηλη έκβαση.

Λιάνα Τσιρίδου

Η Λιάνα Τσιρίδου γεννήθηκε στις Σάπες Ροδόπης το 1958. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο ΑΠΘ. Από το 1989 ζει στην Κέρκυρα και εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Ταυτόχρονα έχει ενεργή πολιτική δράση και ενεργή συμμετοχή στα κοινά. Είναι παντρεμένη και έχει δυο παιδιά. Το "Τέλος παρτίδας" αποτέλεσε το πρώτο της μυθιστόρημα.

 

 

 

Συγγραφέας: Καπράνος Γιώργος
Εξώφυλλο/εικαστικό: Μαϊλης Αντώνης
Επιμέλεια: Σιμοπούλου Μαργαρίτα

Περιγραφή
Το ιστορικό μυθιστόρημα «ΕΛΛΑΔΑ - ΣΜΥΡΝΗ… ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ» (Ιωλκός, 2015) του Γιώργου Καπράνου επιχειρεί με όχημα τη μυθοπλασία –αλλά και με απόλυτο σεβασμό στην ιστορική αλήθεια– ν’ αναδείξει με ειλικρίνεια και ρεαλισμό πολλές από τις κρισιμότερες σελίδες της ελληνικής ιστορίας.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο δικηγόρος Θάνος Αναστασίου, βρέθηκε στη Σμύρνη το 1919, ως εθελοντής. Υπηρέτησε στο γραφείο πληροφοριών της Στρατιωτικής Διοίκησης και από τη θέση του είδε κι έζησε όλες τις πτυχές του θριάμβου, αλλά και των λαθών, των ανταγωνισμών της ελληνικής πλευράς, που οδήγησαν –τελικά– στο εθνικό δράμα και στην απώλεια του ονείρου της Ελλάδας των δύο Ηπείρων και των πέντε θαλασσών.

Το ελληνικό δράμα είχε και κάποιες σωτήριες επεμβάσεις μεμονωμένων ατόμων. Ανάμεσά τους υπήρξε και κάποιος, που σήμερα ελάχιστοι γνωρίζουν την τεράστια προσφορά του∙ καμιά επίσημη αναφορά και κανένα άγαλμα δε θυμίζει εκείνον τον ανθρωπιστή με την τεράστια δύναμη αποφασιστικότητας – το μικρόσωμο, καμπούρη και μύωπα πάστορα της Εκκλησίας των Διαμαρτυρομένων στη Σμύρνη, τον Άσα Τζένινγκς. Εκείνος, τις ημέρες της καταστροφής και του θανάτου, έσωσε χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιους της Σμύρνης οργανώνοντας κι επιτυγχάνοντας την ασφαλή απομάκρυνσή τους και τη μεταφορά τους στην Ελλάδα.

Το μυθιστόρημα αφιερώνεται στη μνήμη του Άσα Τζένινγκς ως ελάχιστη τιμή.