Της Αλμύρας Λόγια

Δύσκολο να πιστέψεις ιστορίες για παιχνίδια που έπαιξε η ίδια η ζωή. Πιο δύσκολο να χειριστείς τα λόγια των ανθρώπων που αφηγούνται τις περιπέτειές τους. Μα πιο επίπονο και ψυχοφθόρο είναι να καταγράψεις αλήθειες βγαλμένες από τα μύχια της ψυχής των ανθρώπων που τις βίωσαν.

Και στις δέκα ιστορίες, η αλήθεια έχει τον πρώτο λόγο. Αποζημίωση μεγάλη, η λύτρωση στο βλέμμα των πρωταγωνιστών μόλις τελειώνουν τις ιστορίες τους. Λύτρωση, που πιστεύω να νιώσει και ο αναγνώστης διαβάζοντας τις ιστορίες του βιβλίου. 

Απόσπασμα από το  βιβλίο

Εγκλουβή, χειμώνας του 1948.

Τραχύς, βαρύς και δύσκολος ο φετινός χειμώνας. Ο Φλεβάρης ετούτος φλεβίζει πραγματικά και προκαλεί προβλήματα στους αγρότες και τις οδικές συγκοινωνίες. Ο Εμφύλιος καλά κρατεί.
Η Εγκλουβή δίνει τη μάχη της επιβίωσης στα μέτωπα της βιοπάλης και του αγώνα. Πολλοί άντρες που έκαναν λάθος να είναι κομμουνιστές και αντιστασιακοί στοιβάζονται στις περιβόητες φυλακές της Λευκάδας και στα υγρά μπουντρούμια του βενετσιάνικου κάστρου. Σε αυτά μεταφέρονται όσοι προορίζονται για την εξορία.
Η Εγκλουβή,πρωτοπόρα και στις φυλακίσεις.Αύριο είναι ημέρα επισκεπτηρίου και όσοι έχουν δικούς τους στη φυλακή,
ετοιμάζονται να τους επισκεφτούν.
Ο Κώστας Θερμός - Τζίνος, είναι ένας από τους αγωνιστές κρατούμενους που προορίζεται για την εξορία.
Η γυναίκα του Λουκία και οι κόρες τους Αγγελική και Ελπινίκη βρίσκονται στην Παλαιοκατούνα για να μαζέψουν τις ελιές.
Πολλοί κάτοικοι της Εγκλουβής, που έχουν κτήματα δικά τους ή σεμπρικά, μετακομίζουν αυτή την εποχή στο όμορφο αυτό χειμαδιό. Κι επειδή δεν έχουν κανονικά σπίτια, μένουν σε ερειπωμένα κτίσματα, τα γνωστά αχούρια.

Στο αχούρι - χώρος ενιαίος για ανθρώπους και ζώα-,οι τρείς γυναίκες πήραν την είδηση για το μεθαυριανό επισκεπτήριο
στις φυλακές και ετοιμάζονται να ανέβουν στην Εγκλουβή και από εκεί την άλλη μέρα να επισκεφθούν τον αγωνιστή σύζυγο και πατέρα.

17 Φλεβάρη 1948. Η ημέρα ξημέρωσε πολύ αγριεμένη, λες και ήθελε να τιμωρήσει ή να εκδικηθεί κάποιους.Το χιόνι άρχισε να πέφτει και να στρώνει τους δρόμους. Η Λουκία σαμάρωσε το γαϊδουράκι της, φόρτωσε τα σακούλια με τα λιγοστά υπάρχοντά τους, πήρε τις κόρες της και ξεκίνησε για το σπίτι τους στην Εγκλουβή - μακρινή διαδρομή, δύο ώρες δρόμο. Το χιόνι δυναμώνει και όσο περνάει η ώρα μετατρέπεται σε χιονοθύελλα, δεν έχει σκοπό να καταλαγιάσει η χιονόπτωση.

Σκοτεινιάζει και γρήγορα αυτή την εποχή. Η Λουκία δεν σταματά να προσεύχεται και παρακαλάει να τους δώσει δύναμη ο Θεός να φτάσουν στον προορισμό τους. Μα ο δρόμος αντί να μαζεύει, συνεχώς ξεμακραίνει. Το γαϊδουράκι λαχανιάζει, σκοντάφτει και δυστυχώς εγκαταλείπει. Η αγωνία γίνεται φόβος για τη Λουκία. Τα κορίτσια, που φορτώνονται και τα σακούλια με τα υπάρχοντα, αδυνατούν να προχωρήσουν. Ο χιονίάς αγριεύει, λες και έβαλε στόχο να σπείρει τον τρόμο, λες κι έγινε σύμμαχος των φασιστών και των δωσίλογων και βασανίζει τους συγγενείς των «κακοποιών» αγωνιστών, που στοιβάζονται σαν ζώα στις φυλακές της ντροπής.

«Μάνα αποκάμαμε», ακούστηκαν τα κορίτσια, «δεν αντέχουν άλλο τα πόδια μας».

«Κουράγιο, κοπέλες μου, φτάσαμε έξω απ΄το χωριό»

Τους έδωσε λίγες σταφίδες, που είχαν απομείνει στην τσέπη της ποδιάς της, τις σκέπασε με ό,τι μπορούσε και ξεκίνησε μόνη της να φωνάξει βοήθεια.

Αναθάρρησε η Λουκία μόλις αντίκρισε τα πρώτα σπίτια του χωριού. Όμως τα παγωμένα πόδια της την πρόδωσαν. Δεν μπορούσε να κάνει ρούπι και σε κάποιο παραπάτημα χτύπησε κι έσπασε το πόδι της. Άρχισε να φωνάζει: «Βοήθεια», μα ποιος να την ακούσει μέσα στον χιονιά. Οι κάτοικοι είχαν κουρνιάσει από νωρίς στα σπίτια τους, δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουν μ΄αυτή τη θεομηνία.
Έσφιξε τα δόντια της και φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε.

Κάποια στιγμή, η φωνή της άρχισε να την εγκαταλείπει. Η απελπισία, έκδηλη στο πρόσωπό της.Τραβούσε τα μαλλιά της κι έμπηξε τα νύχια στα μάγουλά της.

«Βοήθεια,χάνω τα παιδιά μου».

Στα μάτια της άσπρισαν τα πάντα και δεν ήταν απ΄το χιόνι. Χάθηκε από μπροστά της το χωριό,βυθίστηκε στο λευκό του πάπλωμα. Τώρα πια χάθηκαν όλα.

Ξύπνησε η Εγκλουβή καταπλακωμένη από το χιόνι. Άγριο το ξύπνημα και απότομο, και το τοπίο καταπλάκωσε και τις καρδιές των ανθρώπων.
Φριχτό και ανομολόγητο το θέαμα. Τραγωδία, που έγραψε η ίδια η ζωή και που κανένας τραγικός δεν θα μπορούσε να συλλάβει.
Θρήνος και κοπετός.

Βρήκαν τη μάνα ξεμαλλιασμένη. Στα παγωμένα χέρια της κρατούσε σαν λάφυρο απελπισίας τις τούφες των μαλλιών της. Γρατζουνιές και αίματα παγωμένα, και η αγωνία αποτυπωμένη στο τραγικό πρόσωπο. Τα μάτια της ορθάνοιχτα, στραμμένα προς το μέρος όπου άφησε απαγκιασμένες τις κόρες της.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, βρήκαν τις δύο αδερφές μαρμαρωμένες και σφιχταγκαλιασμένες. Η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στα παιδικά μουτράκια τους. Κι έφυγαν άδοξα, ντυμένες στο άσπρο νυφικό που τους έραψε το φονικό χιόνι.

Κάποιοι είπαν την άλλη μέρα πως σαν κάτι ν΄άκουσαν μέσα στη νύχτα, μα νόμισαν πως ήταν το ουρλιαχτό λύκων, που βγήκαν σεργιάνι να βρουν την τροφή τους.

Και η Λουκία ξεκίνησε να βρει τον Αιμίλιο και τον Σταύρο, τ΄αδέρφια της που δολοφονήθηκαν από ντόπιους δωσίλογους, υπηρέτες των Γερμανών κατακτητών.

Στο υγρό κελί του κάστρου, ο Κώστας περίμενε να δει και να αποχαιρετήσει τα παιδιά και τη γυναίκα του. Το επισκεπτήριο κόντευε στο τέλος του και δεν εμφανιζόταν κανείς. Φίδια των έζωσαν και το μαντάτο δεν άργησε να μαθευτεί.

Κι όμως άντεξε ο Κώστας. Έγινε θηρίο και γιγαντώθηκε απ΄τον άδικο πόνο. «Ίσως να φταίει κι ο καθαρός αέρας της Γυάρου», έλεγε χαριτολογώντας. «Συνεχίζω να ζω. Για την ψυχή των παιδιών μου,για τη θυσία της γυναίκας μου, για του κόμματος την τιμή», μονολογούσε.

Κάθε φορά που ο περίπατος με φέρνει στη θέση Λυμπιά, ριγώ και δακρύζω βλέποντας την αναθηματική στήλη και διαβάζοντας:
«Τιμή και μνήμη στη Λουκία Θερμού,ετών 41, και στις κόρες της Αγγελική, ετών 14, και Ελπινίκη, ετών 11, που τραγικά παγίδεψε η χιονοθύελλα, στις 17 Φλεβάρη του 1948, και σε όλες τις γυναίκες που στήριξαν τους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες».

Το παράπονο του Φλεβάρη

Δεν φτάνει που σακάτη με βαφτίσανε,
που μου ΄κλεψαν τις κόρες μου, τις μέρες,
με εγκλήματα ανάλγητα με φόρτωσαν
εκείνοι που αίμα αδελφικό δεν χόρτασαν
κι είχανε για παιγνίδι τους τις σφαίρες.

Πως να ξεπλύνω την ανείπωτη ντροπή,
το πληγωμένο πρόσωπο της μάνας;
Ανέσπα τα μαλλιά της και παγώσανε
μαζί με το αίμα σχήμα πόνου δώσανε
και χρώμα θρήνου στο τραγούδι της καμπάνας.

Ποιος γλύπτης τραγικός τάχα να σμίλεψε
δάκρυα παιδιών που μοιάζουν σταλακτίτες;
Σε προσωπάκια τρυφερά, σε χείλη αφίλητα,
γόοι πικροί σε στόματα αμίλητα,
εικόνες που δεν μάντεψαν ακόμη κι οι προφήτες.

Συγγραφέας:Μίμης Κούρτης
Εκδότης:Οσελότος
Γι’ αυτούς που χάσανε νωρίς

Ήσουν τριαντάφυλλο, που ανθούσε το Γενάρη

και παπαρούνα, που ριζώνει στο γιαλό.

Ήσουν, σε νύχτες θλιβερές, λαμπρό φεγγάρι

και στις φουρτούνες κύμα ήσουν απαλό.

Συγγραφέας:Μίμης Κούρτης
Εκδότης:ΑΡΙΣΤΑΡΕΤΗ
Μικροί Εσπερινοί

ΜΙΚΡΟΙ ΕΣΠΕΡΙΝΟΙ - ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΖΑΝΝΕΤΑΤΟΣ

Μνήμη

Απόψε θυμήθηκα δυό μάτια,
δυο ουράνια παράξενα σώματα
που γέμιζαν τη νυχτα φώς,
όταν με έρωτα κοιτούσαν
βαθιά μέσα στην ψυχή•
όλα έμοιαζαν τότε
ανώφελα μικρά
και αναρωτιέμαι
ακόμα και τώρα
πώς ολόκληρος κόσμος χώρεσε
μέσα σε εκείνα τα δυό μάτια.


Τιμής ένεκεν

Όλα εκείνα
τα χρόνια που πέρασαν
άφησαν πίσω τους
τιμής ένεκεν
τη μνήμη
άφησαν πίσω τους
όλες εκείνες τις στιγμές
που θύμιζαν κάτι απο ζωή.

Τώρα μεγάλωσα πολύ
για να πω πως ξέχασα.

Τώρα μεγάλωσα πολύ
για να μετρήσω πόσα
ευάλωτα θέλω μου
εκτελέστηκαν ηρωικά
στα σκοπευτήρια του πρέπει.

Τώρα μεγάλωσα πολύ για να ζω
με τη μνήμη στο ίδιο σπίτι.


Χαρταετός

Ένα όνειρο είχα στη ζωή μου
να πετάξω ψηλά•
τόσο ψηλά
που να μη με φτάνει
της πραγματικότητας ο ορίζοντας.


Καλοκαιρινός περίπατος

Όπου υπάρχεις εσύ
εκεί αρχίζει η θάλασσα,
όπου πατάς
ανοίγει ένας δρόμος
πλατύς να βαδίσω
στα χνάρια σου
με όλο το φως του καλοκαιριού στα μάτια
και τη δροσιά του πρωινού στην όψη.

Μιλάς με το φύσημα του αέρα.
Ο ήχος μπερδεύεται
στις φιλοσοφίες των δέντρων,
ακούγεται κάτι σαν προσευχή
ανάμεσα στα κύματα,
είναι τα λόγια που έρχονται
το ένα μετά από το άλλο
σιγανά και ταπεινά
στην καυτή άμμο
να βρουν παρηγοριά.

Όπου υπάρχεις εσύ
εκεί αρχίζει η θάλασσα,
όπου υπάρχεις εσύ
γεννιέται ο κόσμος
όπου αγγίξει το βλέμμα σου
γεννιέται ο έρωτας.


Λίγη ζωή ακόμη

Σάββατο των Ψυχών
Παράκληση προς το άγνωστο
Μνημόνευση ονομάτων
ημέρα αφιερωμένη
σε ψυχές που κάποτε
δέχτηκαν σώμα
Βαφτίστηκαν σ’ όνομα
σμίλεψαν μορφή
αρχή και τέλος
στον κόσμο τούτο.

Τώρα
κεράκια αναμμένα.
Προσευχές αναμνήσεις σκόρπιες
υπέρ αναπαύσεως
των ψυχών και των σωμάτων
υπέρ αναπαύσεως
των κεκοιμημένων δούλων
Δούλοι θαρρώ και εμείς
ευλαβικά ζητάμε
να μεταλάβουμε
ελάχιστη ελπίδα
για έναν κόσμο
πέρα απο μας.


Χιόνι

Τρέμει η κρύα γη.
Νεκρά στους κλώνους τα πουλιά.
Κάτω απο το χιόνι ανθίζει
ο λυγμός των λουλουδιών.
Kάτω απο τον ουρανό ακούγεται
ο ήχος μιας κρυστάλλινης ζωής που ραγίζει.
Έξω πέφτει παγωνιά
φιλντισένιο το χιόνι στέκεται
στην άκρη της στέγης μας
στον φοβισμένο κήπο μας
στης αυλής μας τις κρυφές γωνιές.
Έξω πέφτουν όνειρα.
Έλα είναι ζεστά εδώ.


Μικρές Αγγελίες

Πωλούνται σε τιμή ευκαιρίας
πλήρως εξοπλισμένες
με το εφήμερο
και ανακαινισμένες
με εικόνες,λόγια και στιγμές,
οι Ευτυχισμένες Μέρες.

Τι να τις κάνει η πραγματικότητα
πληγώνεται κάθε φορά
που βάζει το κλειδί
στην πόρτα της μνήμης.
Πονά,κάθε φορά που αντικρίζει
ερημωμένα τα δωμάτια
που κάποτε έσφυζαν ζωή.

Πληροφορίες Εντός.
Τιμή συζητήσιμη.
Αν και παρατηρείται ιδιαίτερα
μεγάλο ενδιαφέρον
απο το γειτονικό διαμέρισμα της μνήμης.

Η Λήθη προσφέρει τα διπλά,
για την απόκτηση τέτοιων ημερών.


Κυριακάτικα φύλλα

Κυριακή σήμερα.
Ξύπνησα νωρίς το πρωί,
άρχισα να διαβάζω
τα Κυριακάτικα φύλλα.
Πρωτοσέλιδα,
τις εσωτερικές ειδήσεις,
τα ένθετα.

Με κεφαλαία σκούρα γράμματα
διαβάζω πως
''βάσει του τελευταίου νομοσχεδίου
διπλασιάστηκε η τιμή των κινητήριων καυσίμων.''

Θεέ μου, ήταν που ήταν ακριβή η αγάπη,
άραγε, τώρα πως θα κινούνται οι άνθρωποι;


Το παραμύθι της νεφέλης

Μια φορά και έναν καιρό
είδα πολλά παράξενα σύννεφα
να περνούν έξω από το παράθυρό μου
φέρνοντας μαζί τους
πότε βροχή και πότε καταιγίδα.
Κάποτε είδα
ένα μικρό συννεφάκι
μια τρομαγμένη νεφέλη,
που ταξίδευε
από τη μια ζωή στην άλλη
δίχως προορισμό.
Στάθηκε λίγο στο τζάμι
κοιτάζοντάς με αμήχανα,
τη στιγμή που ο ωραίος κοιμώμενος κόσμος μας
βυθιζόταν σ’ έναν αιώνιο ύπνο μοναξιάς,
μέσα σε αυτή την κρυστάλλινη ζωή
που ολοένα στενεύει.

Έφτασαν μεσάνυχτα και η νεφέλη
πέταξε ψηλά και σκόρπισε στον άνεμο.
Έφτασαν μεσάνυχτα και εγώ
δεν έμαθα το όνομά της.
Έφτασαν μεσάνυχτα και εγώ
δεν έχω τίποτα δικό της,
πέρα από τη μνήμη αυτή.
Όχι, δεν είναι παραμύθι,
μήτε φαντασίες του νου
είναι η πραγματικότητα
που τρομάζει,
σαν εκείνο το μικρό συννεφάκι,
την τρομαγμένη νεφέλη.
Μα ήρθε πια ο καιρός όπως λεν’ τα παραμύθια
και θα ζήσουν τα όνειρα καλά κι εμείς ποιος ξέρει...


H δύναμη του τέλους

Ο Ήλιος χαμήλωσε το φως
δηλώνοντας την ελάχιστη του υποταγή
στο θέλημα της νύχτας.
Σκοτεινά και αφέγγαρα
βαδίζουμε αργά από την άκρη της γης
στο μονοπάτι που μας οδηγεί
στη ουσία των πραγμάτων.
Εκεί που κάτι τελειώνει,
εκεί κάτι ξεκινά.
Όλα είναι ζωή
και το άχραντό σου φως
και το βαθύ σκοτάδι
και ο θάνατος o αργός
ζωή είναι θαρρώ και αυτός.


Ο Παναγιώτης Τζαννετάτος γεννήθηκε το 1989 στην Κεφαλονιά.
Έχει σπουδάσει Τουριστικές Επιχειρήσεις και Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.Το Δεκέμβριο του 2011 παρουσίασε σε ιδιωτική έκδοση τα πρώτα του ποιήματα με τίτλο "ΠΟΙΗΜΑΤΑ". Άρθρα του καθώς και ποιήματά του φιλοξενούνται σε έντυπες και ηλεκτρονικές εφημερίδες.

Η ποίηση είναι μια δυναμική ζύμωση αισθήσεων και συναισθημάτων που φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις πραγματικές διαστάσεις της ύπαρξής του, είναι το κλειδί που ανοίγει μια εσωτερική πόρτα, ίσα να χωρέσει το χέρι ώστε να ψηλαφίσουμε με μια πιο γεμάτη αφή τα πράγματα. Κι αν δεν είναι κλειδί, είναι ίσως η κλειδαρότρυπα που κρυφοκοιτάμε τον κόσμο απαλλαγμένο απο τα περιττά. Η ποίηση δεν χαρίζεται, ο αναγνώστης πρέπει να ιχνηλατήσει την ουσία του λόγου μέσα απο τις λέξεις που τον καταδιώκουν. Μέσα σε αυτές τις λέξεις βρίσκεται ένας κόσμος που απέχει από τον ρεαλισμό και την καθημερινότητα ωστόσο είναι άμεσα συνδεδεμένος με την ζωή. Η ποίηση στην πραγματικότητα είναι βαθιά λογική, γιατί ζητάει λίγες στιγμές αθανασία. Γι’ αυτό πολλές φορές ίσως μοιάζει παράλογη. Η ποίηση δεν δίνει απαντήσεις, δημιουργεί ερωτηματικά και προβληματισμούς για μια εσωτερική διεργασία οδηγώντας τον αναγνώστη σε μια πνευματική αναζήτηση.

 

Συγγραφέας:Παναγιώτης Τζαννετάτος
Εκδότης:Οδός Πανός
Σ Ε Μ Π Ρ Ε Β Ι Β Α !!!

1ο του Μίμη Κούρτη (έμπνευση από το διήμερο αφιέρωμα της ΙΟΝΙΟΥ Βιβλιοθήκης στη Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά, για το λουλούδι Κυθήρων Σεμπρεβίβα).

Σεμπρεβίβα

Του Πάρι η Ελένη, η ωραία του,
μετά την άνομη φυγή να ξαποστάσει, θέλει λίγο.
Εκείνος πλεύρισε το πλοίο του
και κάθισαν ν' αναπαυτούν στο όμορφο Τσιρίγο.

Άφωνος έμεινε σαν γύρισε κι αντίκρυσε,
βαμμένα ολόχρυσα τ' απότομα γκρεμνά του,
που τα στολίζουν λουλουδάκια κατακίτρινα,
και ζάλισαν το νου και την καρδιά του.

Και ζήλεψε η Ωραία γιατί θαύμασε,
περσότερο τα άνθη από την ντίβα.
Με συμπαθάς κυρά και καλλονή,
μα λάμπει πιο πολύ η Σεμπρεβίβα.

Τα μακριά, λυτά μαλλιά της στόλισε
αφού στους σύμμαχους θεούς αφιέρωσε θυσία,
με αχυρώδη, Σεμπρεβίβας φύλλα και με τ' άνθη της,
που την περάσαν έτσι στην αθανασία.

 

2ο Του Γιώργη Δρυμωνιάτη (Από το διήμερο αφιέρωμα της Ιονίου Βιβλιοθήκης της Ένωσης Επτανησίων Ελλάδας στη σεμπρεβίβα, το αμάραντο άνθος των Κυθήρων, το αιώνιο σύμβολο του Έρωτα).

Η Σεμπρεβίβα κι η Ωραία Ελένη

Ήτανε Άνοιξη που φύσηξε του έρωτα τ’ αγέρι, το αθάνατο, φούσκωσε το λευκό πανί και τις ψυχές ξεσήκωσε και το μικρό σκαρί , που απ’ την Κρανάη το έσκασε, γεμάτο δόξα ερωτική, στα Ζάθεα τα Κύθηρα τους κάβους είχε δέσει.

Ήταν μακρύ και δύσκολο πολύ ως την Τροία το ταξίδι κι είχαν ανάγκη προστασίας θεϊκής οι απ’ τον έρωτα ωραία τυφλωμένοι.

Μα σαν η ωραία Ελένη είδε τη Θεά εκεί να κατοικεί στο τετραπέλαγο νησί και να αστράφτει ως το φως όλης της οικουμένης, «ω κάλλος συ των Ουρανών, ω των αστέρων κορυφή, ω Αφροδίτη, είπε, πόσο ζηλεύω, η θνητή, την θεία ομορφιά σου!» Το κάλλος ζήλεψε το κάλλος. Μα η Θεά, «δείξε της είπε, ω Πάρι, το λουλούδι ετούτο που χρυσαφένιο εδώ λαμποκοπά κι, ως κάποτε το πότισα με τα θολά μου δάκρυα σαν έχασα τον Άδωνι, τον μέγα έρωτά μου, αθάνατο εγίνηκε, ως ο έρωτας και κείνο».

Έκοψε τότε ο Πάρις σεμπρεβίβα απ’ τον βράχο.
«Ίδια κι εσύ ωραία μου Ελένη, είπε.

Για δες! Το χρυσαφί του όλο στα μαλλιά σου κι ο λυγερός του μίσχος σώμα σου και το βελούδο των πετάλων του το δέρμα σου, χαρά μου.
Η ομορφιά σου, κοίτα το, ίδια μ’ εκείνου είναι.

Ελένη μου, αθάνατη , όπως εκείνο, μείνε!» Πήρε την σεμπρεβίβα η Ελένη και στα μαλλιά της την απόθεσε ευθύς κι όπως τις κοίταζε τις δυο η Αφροδίτη, η καημένη, ζήλεψ’ εκείνη τότε κι όλο ζήλεια είπε.

«Είναι στιγμές που τους ανθρώπους
τους ζηλεύουν οι Αθάνατοι.
Ω θηλυκά της εμορφιάς,
ανώτατες του έρωτα Θεές,
εσείς θνητές μου είστε!»

Χρόνια πολλά παν' από τότε που η Ελένη εχάθηκε στης Τροίας την οιμωγή
κι η Αφροδίτη μες στην μέγγενη του χρόνου άδοξα χάθηκε κι αυτή.

Μα η σεμπρεβίβα στο Τσιρίγο πάντα μένει, αιώνια ριζωμένη στην ηφαίστειά του γη, για να θυμίζει στους θνητούς την στους αιώνες των αιώνων ανεξίτηλη ομορφιά της υπερτάτης ηδονής, που πάντα ζει, η τρισευλογημένη, μες στ’ έρωτα την πανωραία μορφή.



Η σεμπρεβίβα πάντα ζει και το φωνάζει στου βράχου πάνω την αιώνια σιωπή:
«Ω, ναι! ο θείος έρωτας ποτέ δεν θα πεθάνει, ακόμα κι αν πεθάνουν οι Θεοί».

 

Συγγραφέας:Μίμης Κούρτης και Γιώργης Δρυμωνιάτης
Εκδότης:
Νυχτερινό ρεσάλτο

Μια δημιουργική περιπλάνηση στα σκοτεινά μονοπάτια της νοσταλγίας, της μοναξιάς και της μελαγχολίας. Ένα ταξίδι με άρωμα γλυκιάς αυταπάτης στο περιθώριο του νυχτερινού μανδύα που στοιχειώνει το παρελθόν και τα δεσμά της οδύνης, γυρισμός και δοκιμασία, γεμάτο μακρές σιωπές, βασικές αλήθειες, άγριες προσμονές, σαγηνευτικούς στοχασμούς και ψίθυρους που αφυπνίζουν τις αισθήσεις. Μια συνειδησιακή απόδραση από τετριμμένες ασήμαντες υποθέσεις, μια αναμέτρηση με τον ίδιο τον φόβο, τη μοναχικότητα και την άγρια προσμονή της προσωπικής ολοκλήρωσης.

Η Έφη Μαχιμάρη με τη νέα ποιητική της συλλογή, σπάει τη σιωπή της καθήλωσης και του μαρασμού και διαχειρίζεται το αναπάντεχο με τρόπο μοναδικό και εξαιρετικό. Διψασμένη να ξορκίσει τη μοναξιά και τις μακρές σιωπηρές στιγμές ακροβατεί στης μελαγχολίας τις ευαίσθητες χορδές, συμμαζεύει υπολείμματα ονείρων, περιφρουρεί μικρά μυστικά της ψυχής και βρίσκει το κατάλληλο χρώμα για να βάψει τα όνειρά μας στο αιώνιο κυνήγι της ψυχής, στο μακρινό ταξίδεμα του έρωτα. Περιπλανιέται στον κόσμο της συνεχόμενης νύχτας μετρώντας καρφιτσωμένες στιγμές που ξεγλίστρησαν από τις ίδιες τις ζωές μας. Κι εμείς, κοινοί δραπέτες και λαθρεπιβάτες της νύχτας ακολουθούμε τα χνάρια της σκέψης της, ζώντας την πεμπτουσία του ταξιδιού της, αφήνοντας τον χρόνο με τις αποσκευές του να αναμετρηθεί με τη μαγεία της ίδιας της ζωής.

 

 

 

 


Νίκος Παργινός

Συγγραφέας

Συγγραφέας:Έφη Μαχιμάρη
Εκδότης:ανεμος
Ιχνηλάτες στα μονοπάτια μιας αυγής

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα...

H Ελένη Θ. Π. Λουκά γεννήθηκε στη Στρογγυλή Κερκύρας, όπου τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και στην πόλη το Λύκειο Θηλέων το έτος 1978. Στο Γυμνάσιο και Λύκειο είχε διακριθεί με τον Κερκυραϊκό Γυμναστικό Σύλλογο σε πολλούς αγώνες στίβου πανελληνίως, στη σφαίρα και στο πένταθλο, καταλαμβάνοντας πολλές φορές τις πρώτες θέσεις.

Εν συνεχεία μετέβη στη Γερμανία όπου σπούδασε Βιολογία και εργάστηκε συγχρόνως επί τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο του Saarland ως βοηθός καθηγητή στο τμήμα της Μυκητολογίας και Μικροβιολογίας δίπλα στον καθηγητή Wartenberg όπου επιμελήθηκε τους τομείς έρευνας και διδασκαλίας του κλάδου. Μετά το τέλος των σπουδών εργάστηκε στον Δήμο Saarbrücken στο τμήμα Βοτανολογίας, όπου ασχολήθηκε με τη στατιστική καταγραφή όλων των ειδών φυτών άγριας βλάστησης της πόλης και επιπλέον με τη συγγραφή βιβλίου Kompendium διαφόρων ειδών θάμνων και δένδρων για τη μετεκπαίδευση κηπουρών.

Το 1990 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου έκανε πρακτική επί έναν χρόνο στο βιοχημικό εργαστήριο του Aγίου Σάββα. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα από το 1991 σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών διδάσκοντας Γερμανικά με μεγάλη επιτυχία μέχρι σήμερα.

Από το 2012 μέχρι σήμερα, ως μέλος της ΕΝΩΣΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ, εργάστηκε και είχε την πρωτοβουλία της υλοποίησης μιας έρευνας για την ανάδειξη τριών υπεραιωνόβιων ελαιόδεντρων στη Στρογγυλή Κερκύρας. Αυτή η πρωτοποριακή και μοναδική στον κόσμο σε έκταση επιστημoνική μελέτη, πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Βοτανολογίας και Ζωολογίας του δάσους της Δρέσδης Γερμανίας, με επικεφαλής τον καθηγητή Andreas Roloff και με την επιτυχημένη συνεργασία με την ΕΝΩΣΗ ΕΠΤΑΝΗΣΙΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ και στήριξη της προέδρου κ. Ελένης Κονοφάου.

Τα αποτελέσματα της έρευνας κατατάσσουν αυτά στα δέκα αρχαιότερα δέντρα του κόσμου. Ο μύθος που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο αφορά στα τρία αυτά ελαιόδεντρα.

Η πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Η μικρή ζωή μας είναι μία στου απείρου την ευθεία η τελεία» εκδόθηκε το 2015 από τις Εκδόσεις Οσελότος.

Συγγραφέας:Ελένη Θ. Π. Λουκά
Εκδότης:οσελότος
Γι' αυτούς που χάσανε νωρίς

ΕΝΑ ΛΥΡΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΤΟΥ ΥΠΕΡΟΧΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΜΗ ΚΟΥΡΤΗ!

Ένα τριαντάφυλλο φυλαγμένο τόσα χρόνια, μια ανάμνηση όλα του τα φύλλα, τόση αγάπη, σε μιάν απώλεια τόσο μεγάλη!

Ένα ποίημα η ζωή κι ο πόνος να γράφει με τόσον λυρισμό το μεγαλείο μιάς ψυχής!

Μίμης Κούρτης, η ψυχή που θρηνεί εμπρός στο ανυπέρβλητο του θανάτου!

Πόσοι χάσανε νωρίς! Πόσοι πόνεσαν πολύ!

Η έλλειψη γράφει στίχο κι ο στίχος κάνει θάματα. Κρατά το τριαντάφυλλο ζωντανό.
Αν όλες οι ψυχές πονούσαν τον πόνο των άλλων, όπως πονά ο Ποιητής, ο κόσμος μας, ήδη, θα είχε αλλάξει!

Μίμη Κούρτη, υποκλινόμαστε στο τάλαντο και στην ψυχή σου!
Καλοτάξιδο, στις καρδιές όλων!

 

 

 

Συγγραφέας:Μίμης Κούρτης
Εκδότης:Αρισταρέτη
Λίγα μέτρα πιο πέρα

Η ηρωίδα, φυσιογνωμία ιδιαίτερη με ανικανοποίητη και μελαγχολική διάθεση ακροβατεί αντιθετικά σε μια κυκλικά επαναλαμβανόμενη χαρμολύπη η οποία ξεκινά από την εφηβεία της μέχρι και σήμερα που είναι ώριμη γυναίκα.

Κάθε της βίωμα μεταφέρεται σ’ ένα πλαίσιο εικόνων, περιγραφών, συναισθημάτων και ατόφιων αναλύσεων, πάντοτε σε μια αντιθετική πραγματικότητα με μια δόση υπερβολής που τη χαρακτηρίζει.

Η αναίρεση των επιλογών, των δράσεων και των αντιδράσεvν αντιδιαστέλλεται με τη δέσμευση. Την πίστη ότι δύναται να υπερβεί εαυτόν. Δύναμη και αδυναμία συμπλέουν με στόχο την αλήθεια της ψυχής* τη στιγμή της κάθαρσης. . Ένα βήμα λίγα μέτρα πιο πέρα.”

Το βιβλίο της Μαρίας Βλάχου “Ένα βήμα λίγα μέτρα πιο πέρα” περιλαμβάνει 39 ποιήματα σε ελεύθερο και καθαρό στίχο.

Λίγα λόγια για την Μαρία Βλάχου

Η Μαρία Βλάχου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977.

Σπούδασε Επιστήμες της Αγωγής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση της Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Οι πνευματικές της αναζητήσεις και η αγάπη για τη γραφή την οδήγησαν στην πρώτη ποιητική συλλογή με τίτλο «Λίγα μέτρα πιο πέρα».

Σήμερα ζει στην Κεφαλονιά, απ’ άπου κατάγεται, και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.

Συγγραφέας:Μαρία Βλάχου
Εκδότης:Θεοδωρίδης