Ἡ Φανερωμένη

Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη.

 

«Κυρά Φανερωμένη μου, παρηγοριά τοῦ κόσμου,

βοηθᾶμε τήν πανόρφανη! Τ’ ἅγιο Σου χέρι δός μου

γιά ν’ ἀνέβω στό βράχο Σου! Δέν ἦλθες μές στό βράδυ

ὡσάν ἀχτῖδ’ ἀνέλπιστη στό μαῦρο μου τόν Ἅδη,

κι ἐσφόγγισες τό δάκρυ μου καί μοῦπες Σύ Κυρά μου,

νά πάρω τό παιδάκι μου στήν ἔρημη ἀγκαλιά μου

καί νά τό φέρω νά τό δής;… Παρθένε βοήθησε μέ…

Τά γόνατά μου ἐδειλίασαν… κατέβα προφθασέ μέ….

Μώφαγ΄ἡ θάλασσα ἡ σκληρή τό Λάμπρο μου στά ξένα….

Ἡ δυστυχία μ’ ἐμάρανε!… Μήν ἀρνηθῆς κ’ ἐμένα…

Δυνάμωσε μέ τή φτωχή… Γιά ἰδές μέ! Θερμασμένη,

τρεῖς μέρες θεονήστικη, νεκρή, ξεψυχισμένη,

νοιώθω τή ρώγα μου στεγνή στά χείλη του, Κυρά μου,

ἐστέρεψε τό γάλα μου… Ἐπάγωσ’ ἡ καρδιά μου…

Παρθένε μου, ἐχιονίστηκε… Θέ νά σβυστῆ μαζί μου»…

Καί ξαναγύρισε μέ μίας στή γῆ ξεστηθωμένη,

μέ τό παιδί στήν ἀγκαλιά, ἡ Δέσπω ἡ πικραμμένη.

 

Ἐπάνωθέ της τοῦ βορειά τά σύγνεφα ἀρμενίζουν

κι οὔτε δέ στέκουν γιά νά δοῦν. Τόν κόρφο τῆς φωτίζουν

κρύαις ἀχτίδες φεγγαριοῦ, πού ἐδῶ κι ἐκεῖ προβαίνουν

σάν ἀπό μάτι νεκρικό, χωρίς νά τή θερμαίνουν,

σιμά της τρέχει τό νερό, γοργό, γοργό , δροσάτο…

Λαλοῦν τ ἀηδόνια ξέγνοιαστα μές στή μυρτιά, στό βάτο…

Τά δένδρα εἰν’ ἀνθοστόλιστα… παντοῦ χαρά κι ἐλπίδα,

σφιχταγκαλιάζεται ἡ ὀχειά μέ τή μονομερίδα,

κι ὡς τόσο ἀμοιρολόγητη, χωρίς ταφῆ καί δάκρυ,

μία χήρα μάνα, ἕνα παιδί, πεθαίνουν σέ μίαν ἄκρη!

 

Μέσα στοῦ κόσμου τή γλυκειά, τήν ἄφθαρτη ἁρμονία,

ποιά θέληση καί ποιά καρδιά, ποιά παντοδυναμία,

ἐσύμπλεξ’ ἐζευγάρωσε τό σφύριγμα τ’ ἀστρίτη,

τοῦ καταρράχτη τή βοή, τοῦ λύκου, τοῦ πετρίτη.

καί ταητού τό ρυάσιμο, μέ τό γλυκό τραγούδι,

ποῦ χύνει ἀπό τά στήθια τοῦ τό μαῦρο στεφανούδι;

Καί ποιός, ποιός ἐπρόσταξε, μέσα σ’ αὐτήν τήν πλάση

νά συναντιέται ἀδελφικά, χωρίς νά τή χαλάση,

τό περιστέρι κι ὁ σκορπιός, ὁ χαμελειός κι ὁ κρίνος,

φιλί καί ψυχομάχημα, χαμόγελο καί θρῆνος;…

Κι ὡς τόσο ἀμοιρολόγητη, χωρίς ταφῆ καί δάκρυ,

μία χήρα μάνα, ἕνα παιδί, πεθαίνουν σέ μίαν ἄκρη.

 

 

Μοσχοβολοῦσε ἡ ἄνοιξη κι ὁλόγυρά τους χίλια

ἀνθίζουν ἀγριολούλουδα, χολάτα χαμομήλια.

Καί κάπου κάπου ἀμέτρητες, τρελλαῖς πυγολαμπίδες

φωτίζουν τά δύο λείψανα μέ μυστικαῖς ἀχτίδες.

Καί τοῦ παιδιοῦ τό μέτωπο καί τῆς φτωχῆς τά στήθια

φεγγοβολοῦν σάν οὐρανοί πώχουν ἀστέρια πλήθια.

 

Χαμογελᾶ ἡ ἀνατολή καί ροδοκοκκινίζει

ὀλῖγ’ ὀλίγο ἡ καταχνιά, πού τά βουνά στολίζει.

Λαλεῖ τ’ ὀρνίθι τῆς αὐγῆς, τό πρόβατο βελάζει…

Ξυπνοῦν στά πλάγια οἱ περδικαις, ἡ μία τήν ἄλλη κράζει…

Ξυπνᾶ κι ὁ γέρο Γούμενος, τόν ὄρθο του σημαίνει

καί μουρμουρίζοντας σιγά στήν ἐκκλησιά πηγαίνει

τήν ἅγια εἰκόνα τῆς Κυρᾶς σκυφτά νά προσκυνήση…

 

Κ’ ἐκεῖ πού ἐτέντων ὁ παπάς τά χείλη νά φιλήση,

τοῦ ‘κάστηκε πῶς ἔλειπε – παράδοξη ἱστορία!-

Ἀπ’ τό θρονί τῆς τό χρυσό ἡ Δέσποινα Μαρία…

Ἐτρόμαξ’ ὁ καλόγερος… Στήν πλάκα γονατίζει,

χτυπᾶ τό μέτωπο στήν γῆ, παρακαλεῖ, δακρύζει….

 

Μέ μίας ἀστράφτ’ ἡ ἐκκλησιά, κ’ αἰσθάνεται ἕνα χέρι

ὅπου τόν ἀνεσήκωνε… Μοσχοβολάει τ’ ἀγέρι…

Τά μάτια τοῦ ἄνοιξ’ ὁ παπάς… Στό κάτασπρό του γένι

τό δάκρυ τοῦ ἔσταζε βροχή… Κυττάζει… Καθισμένη

στό θρόνο βλέπει τήν Κυρά, πού τοῦ χαμογελοῦσε,

καί τό παιδί πού ἐχαίρετο καί πού τόν εὐλογοῦσε.

 

Σέ ποιό καλύβο ἀγνώριστο, σέ ποιά καρδιά θλιμμένη

νά πέρασες τή νύχτα Σου, Κυρά Φανερωμένη;

Ποιό μαραμένο λούλουδο ἡ χάρη Σου Κυρούλα,

κρυφά, κρυφά ν’ ἀνάστησε, σά τ’ οὐρανοῦ δροσούλα;…

 

Ἡ μάνα ἡ δύστυχη ξυπνᾶ καί βλέπει τό μωρό της

νά παίζει μέ τά λούλουδα, χορτάτο στό πλευρό της

κ’ ἄπ’ τό φτωχό τό στῆθος τῆς δροσάτο, τυλωμένο,

νά ρέει ἀδιάκοπα στή γῆ τό γάλα εὐλογημένο.

 

Τήν εἶχε κράξει μία φωνή καί μία Κυρά Μεγάλη

τῆς φάνηκε ὅτι ἀμάλαζε τό ἔρμο της κεφάλι

καί μέ γλυκαδ’ ἀνέκφραστη ὅτι ἔταζε στή χήρα

νά στείλη χρυσή μοίρα.

 

Κυττάζει ὁλόγυρα… Ψυχή!… Τί τάχα νά συνέβη

κ’ ἐκεῖ δέ φαίνεται κανείς; Στό μοναστήρι ἀνέβη…

Στά πόδια πέφτει τῆς Κυρᾶς καί μέ τά δάκρυά της

βρέχει τό κόνισμά Της.

 

Τό δρόμο παίρνει γιά ναλθῆ γοργά στό φτωχικό της

κ’ ἔχει μαζί της συντροφιά τώμορφο τόνειρό της.

Σάν νά τῆς ἔδινε φτερά, τόσο τρεχάτη ἐπέρνα,

τή θύρα βλέπει διάπλατη,.. Σπώχνει σκιαχτά τό μάτι

μές στό κατώγι της νά ἰδῆ… Στό τίμιό της κρεββάτι

ἕνας λεβέντης σιωπηλός μές στά χρυσά ντυμένος

προσμένει καθισμένος.

 

Ἐγνώρισε τό Λάμπρο της… πετᾶ στήν ἀγκαλιά του

τοῦ δείχνει τό παιδάκι του…χορταίνει τά φιλιά του.

Καί σύ τούς ἐπαράστεκες, ἐκεῖ σιμά κρυμμένη,

Κυρά Φανερωμένη.

------

Ἡ Φανερωμένη

Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη.

 

«Κυρά Φανερωμένη μου, παρηγοριά τοῦ κόσμου,

βοηθᾶμε τήν πανόρφανη! Τ’ ἅγιο Σου χέρι δός μου

γιά ν’ ἀνέβω στό βράχο Σου! Δέν ἦλθες μές στό βράδυ

ὡσάν ἀχτῖδ’ ἀνέλπιστη στό μαῦρο μου τόν Ἅδη,

κι ἐσφόγγισες τό δάκρυ μου καί μοῦπες Σύ Κυρά μου,

νά πάρω τό παιδάκι μου στήν ἔρημη ἀγκαλιά μου

καί νά τό φέρω νά τό δής;… Παρθένε βοήθησε μέ…

Τά γόνατά μου ἐδειλίασαν… κατέβα προφθασέ μέ….

Μώφαγ΄ἡ θάλασσα ἡ σκληρή τό Λάμπρο μου στά ξένα….

Ἡ δυστυχία μ’ ἐμάρανε!… Μήν ἀρνηθῆς κ’ ἐμένα…

Δυνάμωσε μέ τή φτωχή… Γιά ἰδές μέ! Θερμασμένη,

τρεῖς μέρες θεονήστικη, νεκρή, ξεψυχισμένη,

νοιώθω τή ρώγα μου στεγνή στά χείλη του, Κυρά μου,

ἐστέρεψε τό γάλα μου… Ἐπάγωσ’ ἡ καρδιά μου…

Παρθένε μου, ἐχιονίστηκε… Θέ νά σβυστῆ μαζί μου»…

Καί ξαναγύρισε μέ μίας στή γῆ ξεστηθωμένη,

μέ τό παιδί στήν ἀγκαλιά, ἡ Δέσπω ἡ πικραμμένη.

 

Ἐπάνωθέ της τοῦ βορειά τά σύγνεφα ἀρμενίζουν

κι οὔτε δέ στέκουν γιά νά δοῦν. Τόν κόρφο τῆς φωτίζουν

κρύαις ἀχτίδες φεγγαριοῦ, πού ἐδῶ κι ἐκεῖ προβαίνουν

σάν ἀπό μάτι νεκρικό, χωρίς νά τή θερμαίνουν,

σιμά της τρέχει τό νερό, γοργό, γοργό , δροσάτο…

Λαλοῦν τ ἀηδόνια ξέγνοιαστα μές στή μυρτιά, στό βάτο…

Τά δένδρα εἰν’ ἀνθοστόλιστα… παντοῦ χαρά κι ἐλπίδα,

σφιχταγκαλιάζεται ἡ ὀχειά μέ τή μονομερίδα,

κι ὡς τόσο ἀμοιρολόγητη, χωρίς ταφῆ καί δάκρυ,

μία χήρα μάνα, ἕνα παιδί, πεθαίνουν σέ μίαν ἄκρη!

 

Μέσα στοῦ κόσμου τή γλυκειά, τήν ἄφθαρτη ἁρμονία,

ποιά θέληση καί ποιά καρδιά, ποιά παντοδυναμία,

ἐσύμπλεξ’ ἐζευγάρωσε τό σφύριγμα τ’ ἀστρίτη,

τοῦ καταρράχτη τή βοή, τοῦ λύκου, τοῦ πετρίτη.

καί ταητού τό ρυάσιμο, μέ τό γλυκό τραγούδι,

ποῦ χύνει ἀπό τά στήθια τοῦ τό μαῦρο στεφανούδι;

Καί ποιός, ποιός ἐπρόσταξε, μέσα σ’ αὐτήν τήν πλάση

νά συναντιέται ἀδελφικά, χωρίς νά τή χαλάση,

τό περιστέρι κι ὁ σκορπιός, ὁ χαμελειός κι ὁ κρίνος,

φιλί καί ψυχομάχημα, χαμόγελο καί θρῆνος;…

Κι ὡς τόσο ἀμοιρολόγητη, χωρίς ταφῆ καί δάκρυ,

μία χήρα μάνα, ἕνα παιδί, πεθαίνουν σέ μίαν ἄκρη.

 

 

Μοσχοβολοῦσε ἡ ἄνοιξη κι ὁλόγυρά τους χίλια

ἀνθίζουν ἀγριολούλουδα, χολάτα χαμομήλια.

Καί κάπου κάπου ἀμέτρητες, τρελλαῖς πυγολαμπίδες

φωτίζουν τά δύο λείψανα μέ μυστικαῖς ἀχτίδες.

Καί τοῦ παιδιοῦ τό μέτωπο καί τῆς φτωχῆς τά στήθια

φεγγοβολοῦν σάν οὐρανοί πώχουν ἀστέρια πλήθια.

 

Χαμογελᾶ ἡ ἀνατολή καί ροδοκοκκινίζει

ὀλῖγ’ ὀλίγο ἡ καταχνιά, πού τά βουνά στολίζει.

Λαλεῖ τ’ ὀρνίθι τῆς αὐγῆς, τό πρόβατο βελάζει…

Ξυπνοῦν στά πλάγια οἱ περδικαις, ἡ μία τήν ἄλλη κράζει…

Ξυπνᾶ κι ὁ γέρο Γούμενος, τόν ὄρθο του σημαίνει

καί μουρμουρίζοντας σιγά στήν ἐκκλησιά πηγαίνει

τήν ἅγια εἰκόνα τῆς Κυρᾶς σκυφτά νά προσκυνήση…

 

Κ’ ἐκεῖ πού ἐτέντων ὁ παπάς τά χείλη νά φιλήση,

τοῦ ‘κάστηκε πῶς ἔλειπε – παράδοξη ἱστορία!-

Ἀπ’ τό θρονί τῆς τό χρυσό ἡ Δέσποινα Μαρία…

Ἐτρόμαξ’ ὁ καλόγερος… Στήν πλάκα γονατίζει,

χτυπᾶ τό μέτωπο στήν γῆ, παρακαλεῖ, δακρύζει….

 

Μέ μίας ἀστράφτ’ ἡ ἐκκλησιά, κ’ αἰσθάνεται ἕνα χέρι

ὅπου τόν ἀνεσήκωνε… Μοσχοβολάει τ’ ἀγέρι…

Τά μάτια τοῦ ἄνοιξ’ ὁ παπάς… Στό κάτασπρό του γένι

τό δάκρυ τοῦ ἔσταζε βροχή… Κυττάζει… Καθισμένη

στό θρόνο βλέπει τήν Κυρά, πού τοῦ χαμογελοῦσε,

καί τό παιδί πού ἐχαίρετο καί πού τόν εὐλογοῦσε.

 

Σέ ποιό καλύβο ἀγνώριστο, σέ ποιά καρδιά θλιμμένη

νά πέρασες τή νύχτα Σου, Κυρά Φανερωμένη;

Ποιό μαραμένο λούλουδο ἡ χάρη Σου Κυρούλα,

κρυφά, κρυφά ν’ ἀνάστησε, σά τ’ οὐρανοῦ δροσούλα;…

 

Ἡ μάνα ἡ δύστυχη ξυπνᾶ καί βλέπει τό μωρό της

νά παίζει μέ τά λούλουδα, χορτάτο στό πλευρό της

κ’ ἄπ’ τό φτωχό τό στῆθος τῆς δροσάτο, τυλωμένο,

νά ρέει ἀδιάκοπα στή γῆ τό γάλα εὐλογημένο.

 

Τήν εἶχε κράξει μία φωνή καί μία Κυρά Μεγάλη

τῆς φάνηκε ὅτι ἀμάλαζε τό ἔρμο της κεφάλι

καί μέ γλυκαδ’ ἀνέκφραστη ὅτι ἔταζε στή χήρα

νά στείλη χρυσή μοίρα.

 

Κυττάζει ὁλόγυρα… Ψυχή!… Τί τάχα νά συνέβη

κ’ ἐκεῖ δέ φαίνεται κανείς; Στό μοναστήρι ἀνέβη…

Στά πόδια πέφτει τῆς Κυρᾶς καί μέ τά δάκρυά της

βρέχει τό κόνισμά Της.

 

Τό δρόμο παίρνει γιά ναλθῆ γοργά στό φτωχικό της

κ’ ἔχει μαζί της συντροφιά τώμορφο τόνειρό της.

Σάν νά τῆς ἔδινε φτερά, τόσο τρεχάτη ἐπέρνα,

τή θύρα βλέπει διάπλατη,.. Σπώχνει σκιαχτά τό μάτι

μές στό κατώγι της νά ἰδῆ… Στό τίμιό της κρεββάτι

ἕνας λεβέντης σιωπηλός μές στά χρυσά ντυμένος

προσμένει καθισμένος.

 

Ἐγνώρισε τό Λάμπρο της… πετᾶ στήν ἀγκαλιά του

τοῦ δείχνει τό παιδάκι του…χορταίνει τά φιλιά του.

Καί σύ τούς ἐπαράστεκες, ἐκεῖ σιμά κρυμμένη,

Κυρά Φανερωμένη.

Ἡ Φανερωμένη

Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη.

 

«Κυρά Φανερωμένη μου, παρηγοριά τοῦ κόσμου,

βοηθᾶμε τήν πανόρφανη! Τ’ ἅγιο Σου χέρι δός μου

γιά ν’ ἀνέβω στό βράχο Σου! Δέν ἦλθες μές στό βράδυ

ὡσάν ἀχτῖδ’ ἀνέλπιστη στό μαῦρο μου τόν Ἅδη,

κι ἐσφόγγισες τό δάκρυ μου καί μοῦπες Σύ Κυρά μου,

νά πάρω τό παιδάκι μου στήν ἔρημη ἀγκαλιά μου

καί νά τό φέρω νά τό δής;… Παρθένε βοήθησε μέ…

Τά γόνατά μου ἐδειλίασαν… κατέβα προφθασέ μέ….

Μώφαγ΄ἡ θάλασσα ἡ σκληρή τό Λάμπρο μου στά ξένα….

Ἡ δυστυχία μ’ ἐμάρανε!… Μήν ἀρνηθῆς κ’ ἐμένα…

Δυνάμωσε μέ τή φτωχή… Γιά ἰδές μέ! Θερμασμένη,

τρεῖς μέρες θεονήστικη, νεκρή, ξεψυχισμένη,

νοιώθω τή ρώγα μου στεγνή στά χείλη του, Κυρά μου,

ἐστέρεψε τό γάλα μου… Ἐπάγωσ’ ἡ καρδιά μου…

Παρθένε μου, ἐχιονίστηκε… Θέ νά σβυστῆ μαζί μου»…

Καί ξαναγύρισε μέ μίας στή γῆ ξεστηθωμένη,

μέ τό παιδί στήν ἀγκαλιά, ἡ Δέσπω ἡ πικραμμένη.

 

Ἐπάνωθέ της τοῦ βορειά τά σύγνεφα ἀρμενίζουν

κι οὔτε δέ στέκουν γιά νά δοῦν. Τόν κόρφο τῆς φωτίζουν

κρύαις ἀχτίδες φεγγαριοῦ, πού ἐδῶ κι ἐκεῖ προβαίνουν

σάν ἀπό μάτι νεκρικό, χωρίς νά τή θερμαίνουν,

σιμά της τρέχει τό νερό, γοργό, γοργό , δροσάτο…

Λαλοῦν τ ἀηδόνια ξέγνοιαστα μές στή μυρτιά, στό βάτο…

Τά δένδρα εἰν’ ἀνθοστόλιστα… παντοῦ χαρά κι ἐλπίδα,

σφιχταγκαλιάζεται ἡ ὀχειά μέ τή μονομερίδα,

κι ὡς τόσο ἀμοιρολόγητη, χωρίς ταφῆ καί δάκρυ,

μία χήρα μάνα, ἕνα παιδί, πεθαίνουν σέ μίαν ἄκρη!

 

Μέσα στοῦ κόσμου τή γλυκειά, τήν ἄφθαρτη ἁρμονία,

ποιά θέληση καί ποιά καρδιά, ποιά παντοδυναμία,

ἐσύμπλεξ’ ἐζευγάρωσε τό σφύριγμα τ’ ἀστρίτη,

τοῦ καταρράχτη τή βοή, τοῦ λύκου, τοῦ πετρίτη.

καί ταητού τό ρυάσιμο, μέ τό γλυκό τραγούδι,

ποῦ χύνει ἀπό τά στήθια τοῦ τό μαῦρο στεφανούδι;

Καί ποιός, ποιός ἐπρόσταξε, μέσα σ’ αὐτήν τήν πλάση

νά συναντιέται ἀδελφικά, χωρίς νά τή χαλάση,

τό περιστέρι κι ὁ σκορπιός, ὁ χαμελειός κι ὁ κρίνος,

φιλί καί ψυχομάχημα, χαμόγελο καί θρῆνος;…

Κι ὡς τόσο ἀμοιρολόγητη, χωρίς ταφῆ καί δάκρυ,

μία χήρα μάνα, ἕνα παιδί, πεθαίνουν σέ μίαν ἄκρη.

 

 

Μοσχοβολοῦσε ἡ ἄνοιξη κι ὁλόγυρά τους χίλια

ἀνθίζουν ἀγριολούλουδα, χολάτα χαμομήλια.

Καί κάπου κάπου ἀμέτρητες, τρελλαῖς πυγολαμπίδες

φωτίζουν τά δύο λείψανα μέ μυστικαῖς ἀχτίδες.

Καί τοῦ παιδιοῦ τό μέτωπο καί τῆς φτωχῆς τά στήθια

φεγγοβολοῦν σάν οὐρανοί πώχουν ἀστέρια πλήθια.

 

Χαμογελᾶ ἡ ἀνατολή καί ροδοκοκκινίζει

ὀλῖγ’ ὀλίγο ἡ καταχνιά, πού τά βουνά στολίζει.

Λαλεῖ τ’ ὀρνίθι τῆς αὐγῆς, τό πρόβατο βελάζει…

Ξυπνοῦν στά πλάγια οἱ περδικαις, ἡ μία τήν ἄλλη κράζει…

Ξυπνᾶ κι ὁ γέρο Γούμενος, τόν ὄρθο του σημαίνει

καί μουρμουρίζοντας σιγά στήν ἐκκλησιά πηγαίνει

τήν ἅγια εἰκόνα τῆς Κυρᾶς σκυφτά νά προσκυνήση…

 

Κ’ ἐκεῖ πού ἐτέντων ὁ παπάς τά χείλη νά φιλήση,

τοῦ ‘κάστηκε πῶς ἔλειπε – παράδοξη ἱστορία!-

Ἀπ’ τό θρονί τῆς τό χρυσό ἡ Δέσποινα Μαρία…

Ἐτρόμαξ’ ὁ καλόγερος… Στήν πλάκα γονατίζει,

χτυπᾶ τό μέτωπο στήν γῆ, παρακαλεῖ, δακρύζει….

 

Μέ μίας ἀστράφτ’ ἡ ἐκκλησιά, κ’ αἰσθάνεται ἕνα χέρι

ὅπου τόν ἀνεσήκωνε… Μοσχοβολάει τ’ ἀγέρι…

Τά μάτια τοῦ ἄνοιξ’ ὁ παπάς… Στό κάτασπρό του γένι

τό δάκρυ τοῦ ἔσταζε βροχή… Κυττάζει… Καθισμένη

στό θρόνο βλέπει τήν Κυρά, πού τοῦ χαμογελοῦσε,

καί τό παιδί πού ἐχαίρετο καί πού τόν εὐλογοῦσε.

 

Σέ ποιό καλύβο ἀγνώριστο, σέ ποιά καρδιά θλιμμένη

νά πέρασες τή νύχτα Σου, Κυρά Φανερωμένη;

Ποιό μαραμένο λούλουδο ἡ χάρη Σου Κυρούλα,

κρυφά, κρυφά ν’ ἀνάστησε, σά τ’ οὐρανοῦ δροσούλα;…

 

Ἡ μάνα ἡ δύστυχη ξυπνᾶ καί βλέπει τό μωρό της

νά παίζει μέ τά λούλουδα, χορτάτο στό πλευρό της

κ’ ἄπ’ τό φτωχό τό στῆθος τῆς δροσάτο, τυλωμένο,

νά ρέει ἀδιάκοπα στή γῆ τό γάλα εὐλογημένο.

 

Τήν εἶχε κράξει μία φωνή καί μία Κυρά Μεγάλη

τῆς φάνηκε ὅτι ἀμάλαζε τό ἔρμο της κεφάλι

καί μέ γλυκαδ’ ἀνέκφραστη ὅτι ἔταζε στή χήρα

νά στείλη χρυσή μοίρα.

 

Κυττάζει ὁλόγυρα… Ψυχή!… Τί τάχα νά συνέβη

κ’ ἐκεῖ δέ φαίνεται κανείς; Στό μοναστήρι ἀνέβη…

Στά πόδια πέφτει τῆς Κυρᾶς καί μέ τά δάκρυά της

βρέχει τό κόνισμά Της.

 

Τό δρόμο παίρνει γιά ναλθῆ γοργά στό φτωχικό της

κ’ ἔχει μαζί της συντροφιά τώμορφο τόνειρό της.

Σάν νά τῆς ἔδινε φτερά, τόσο τρεχάτη ἐπέρνα,

τή θύρα βλέπει διάπλατη,.. Σπώχνει σκιαχτά τό μάτι

μές στό κατώγι της νά ἰδῆ… Στό τίμιό της κρεββάτι

ἕνας λεβέντης σιωπηλός μές στά χρυσά ντυμένος

προσμένει καθισμένος.

 

Ἐγνώρισε τό Λάμπρο της… πετᾶ στήν ἀγκαλιά του

τοῦ δείχνει τό παιδάκι του…χορταίνει τά φιλιά του.

Καί σύ τούς ἐπαράστεκες, ἐκεῖ σιμά κρυμμένη,

Κυρά Φανερωμένη.