«Πάνθεον Ψυχή μου»-Μια αυτοβιογραφία τοπικού πολιτισμού
Του Βαγγέλη Αβραάμ Κουκούλογλου

Γράφει η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

Μένω για ώρα μπροστά στις πορφυρές πτυχώσεις που φέρουν οι κουΐντες της σκηνής στο εξώφυλλο του βιβλίου. Διαβάζω: ΣΗΜΕΡΟΝ «Πάνθεον Ψυχή μου». Είναι το έργο που παίζεται ΣΗΜΕΡΟΝ, που θα παίζεται στο εξής σε κάθε σήμερον, εξασφαλίζοντας αθανασία σε ό,τι περισσότερο ίσως αγαπήσαμε και συνθέσαμε ως μερτικό πολιτισμού σ’αυτό τον τόπο. Έτσι ο Βαγγέλης Αβραάμ Κουκούλογλου, ο ενορχηστρωτής όλων των «συγχορδιών» της νοσταλγικής φωνής του Πάνθεον, ο πιο κοντινός στην ψυχή άνθρωπός του, εισηγείται το θέαμα μιας ακίνητης πλέον στο χρόνο βραδιάς. Την παράσταση κλέβει η ταυτολογία: Πάνθεον= Ψυχή μου. Αυτή που εγκαθίσταται πλέον στο σήμερον, γιατί με το βιβλίο του Βαγγέλη το σήμερον θα περνάει και θα επιζεί όλων των διαστάσεων του χρόνου: και θα είναι ένα διαρκές παρόν στην ψυχή του καθενός μας. Όσοι μέτρησαν δεκαετίες στον παλμό της ζωής του και όσοι δεκαετίες ατελεύτητες θα περνοδιαβαίνουν από την πόλη τούτη και θα αποκτούν ευάλωτη στο μύθο ψυχή με τις ιστορίες και τις εικόνες του.

«Συγχωράτε με, θα πει ο Βαγγέλης εισαγωγικά, «λίγη ακρόαση και κατανόηση ζητώ γι’αυτή την αφοβία μου… Μια απόπειρα σαν τρεχαντήρι έκανα, για να διασωθεί και διαχρονικά να επιβιώσει. Μια προσπάθεια για ν’αφυπνίσει θύμησες και πεθυμιές και να αποδώσει τιμές και επαίνους και κότινους σε όλους όσοι κατέθεσαν την ψυχή και την καρδιά τους, για την εξέλιξη και την πρόοδο του Λευκαδίτικου πολιτισμού σε εκείνο το μεγάλο πέρασμά τους από το…μοναδικό διάσελο και αρχονταρίκι της Λευκάδας» (σ. 5). Και συνεχίζει με την ταπεινότητα και την αυθεντικότητα της λαϊκής συγκίνησης των γνήσιων συμποσιαστών του Πάνθεον. «…Το τόλμησα…Για το νησί! Για την οικογένειά μου! Για τους φίλους μου! Για τη γειτονιά μου! Για όλους τους Αγιομαυρίτες! Για όλους τους απανταχού Λευκαδίτες!»

Ακούστε με νόημα ποιους αγκαλιάζει η ανθρωπιά του Βαγγέλη, πόσο απέρατη είναι η αξιακή σύνθεση της ανθρωπιάς του, μέσα από τις ρίζες του λαϊκού πολιτισμού αναδυόμενη, με την ακατέργαστη συγκίνηση του ποιητή. Γιατί ο Βαγγέλης είναι ποιητής, πέρα και πάνω από τις τεχνικές και τη μαστορική της ποίησης. Είναι ποιητής γιατί είναι καμωμένος από εκείνη την ποιητική πρωτοΰλη του πληθωρικού συναισθήματος που βλέπει τον κόσμο-ανθρώπους και πράγματα- καλοΐσκιωτα, όπως την πρώτη, ανόθευτη από αμαρτία, στιγμή της γένεσης. Ακούστε το συγκινησιακό κρεσέντο της εξομολόγησής του: «Ο Θεός μ’έφερε εδώ. Το ‘χω ξαναπεί, λέγοντάς μου: «τώρα μπορείς να ονειρεύεσαι!» Ε, θα πάει μέχρι το φινάλε χωρίς σταματημό. Έως το τελευταίο γιόμα της ζωής μου. Έως την τελευταία ανασεμιά μου. Εδώ γλυκοχαράζει μέσα μου όλη η ομορφιά του κόσμου!

Αναδύεται μέσα από τα εσώψυχα της ιστορίας ο Βαγγέλης, μέσα από επώδυνες μνήμες του πόνου και της προκοπής της, και τις μετατρέπει σε ευφρόσυνο όραμα ζωής, σε πυρήνες αθανασίας της ομορφιάς για την οποία αξίζει να ζει και να χαίρεται ο άνθρωπος. Και προπάντων αξίζει για χάρη της να γίνεται δημιουργός και να συμπαρασύρει στον ένζωο ενθουσιασμό του όλους τους καλοπροαίρετους μύστες της ομορφιάς. Το λευκαδίτικο Πάνθεον στους συγγραφικούς χειρισμούς του Βαγγέλη, αδελφοποιεί όλους τους μεγάλους σταθμούς της ζωής του: της ποίησης, της ανθρωπιάς, της πτώσης και της ανάστασης. Χαμένες πατρίδες, Ελευσίνα, Λευκάδα. Τόποι που σπαρταρούν από ιστορία-ή ιστορίες-όπως τα νησιώτικα ψάρια στα δίχτυα του ηλιοκαμένου θηρευτή τους. Ακούει τις φωνές τους, όπως ακούει τις φωνές των πουλιών, του πελάγους, τις αόρατες φωνές της νύχτας, τη φωνή και τις σιωπές της Νανάς του-σύνθεμα απροσδόκητης ποίησης οι δυο τους.

Αυτός λοιπόν ο εξ αγχιστείας Λευκαδίτης, που υπερβαίνει τους γραφειοκρατικούς περιορισμούς διεκδικεί και κερδίζει με της ψυχής του την όσια κατάθεση, την εξ αίματος μεταλαβή στο μετόχι της λευκαδίτικης ανθρωπολογίας-όπως οι ποιητές ή οι φλογεροί επαναστάτες όταν διεκδικούν την πατρίδα τους και την παίρνουν! Κανένας δεν είδε τον Λευκαδίτη άνθρωπο με τόση ποιητική διήθηση. Κανένας δεν ανέγνωσε τη λευκαδίτικη ανθρωπολογία με τόσο ιδανικευμένη αγάπη και εξιδανικευτική προαίρεση. Και κανένας μας δεν ενθουσιάστηκε περισσότερο μ’αυτή τη λευκαδίτικη «παλαβάδα», για την οποία ο Λόρκα είχε ευχηθεί να μας βοηθήσει ο Θεός να τρέφουμε αυτόν τον κόκκο τρέλας και που χωρίς αυτόν είναι ανώφελο να ζούμε.

Πώς τα κατάφερε ο Βαγγέλης μ’αυτό το πνευματικό του δημιούργημα να παράξει ένα ψυχικό, προπάντων, γεγονός. Δεν πρόκειται για μιαν επαγγελματική μαεστρία, στην οποία δεκαετίες θητεύει και την τιμά, αλλά για την απόσταξη μιας συναισθηματικής έκρηξης που διαπερνάει τόπους κι εποχές και συνεγείρει στον συναισθηματικό της στρόβιλο ακόμα και τους αμύητους. Που γίνονται περίεργοι: να μάθουν, να διαβάσουν, να δουν, να βιώσουν. Να ζήσουν, τελικά.

Και όσοι θα διαβάσουν το βιβλίο του Βαγγέλη Κουκούλογλου θα γίνονται περίεργοι και θα μαθαίνουν, και θα βλέπουν και θα αισθάνονται και θα βιώνουν και θα ζουν: όσα το ίδιο το Πάνθεον-ο χώρος που είδε κι άκουσε πολλά και περισσότερα διαισθάνθηκε και τρύπωσε στις κρυψώνες του για να τα παραδώσει στον πιο άξιο να τα ιστορήσει. Κι αυτός ο πιο άξιος δάνεισε τη φωνή του στην προσωποποιημένη αίθουσα και με μιαν ανάδρομη αφήγηση την κούρντισε να ξεδιπλώσει τον πλούτο της μυθολογίας της: μνημόσυνο –με την αρχική του σημασία, προσκλητήριο μνήμης σε όλους τους επώνυμους πρωταγωνιστές του, ταλέντα της λευκαδίτικης δημιουργικής παράδοσης, στον στίχο, στη μουσική, στο τραγούδι, στη σάτιρα, στα λαϊκά έθιμα, στην πένα, στη λογιοσύνη, στα σοβαρά και στα αστεία της λευκαδίτικης ζωής-όλα πολύ «σοβαρά» της ζωής και της ποιητικά ανήσυχης ιδιοσυγκρασίας μας.

Λίστες ακριβοδίκαιες καταρτίζει το ομιλούν Πάνθεον με πρωταγωνιστές συμβάντων και προσώπων, όλοι και όλα μεγάλα γεγονότα της απλής, ευρηματικής καθημερινότητας και των ιδιαίτερων επίσημων στιγμών της. Χοροί-εσπερίδες και παννυχίδες, αποκριάτικες ολονυχτίες, θέατρο, σινεμά, συναυλίες, ομιλίες, εκθέσεις ό,τι μπορεί να συγκροτήσει το πολιτισμικό δυναμικό του τόπου συνθέτουν τη συναρπαστική βιωμένη ιστορία του. Και της εμποιούν ζωή οι δεινοί της «αρχιμάγειροι», ο καθένας με την ιδιόμορφη φύση του ταλέντου και της ανθρωπολογίας του. Μαζούρκες, βαλς εζιτασιόν, καντρίλιες, ταγκό, τσατσά, ρούμπα, Βούλης, Φρούφαλος, Ζαχαρής, Μορίνας, Καμινάρης, Κονίας, Λίζας, Περδικάρης, Ροντογιάννης, Κοντομίχης, Μαλακάσης, Αθηνιώτης, Πανάγος, Σίδερης, Κοτσώλος, Κοκονιόρος-έτσι ατάκτως-όπως η σύζευξη και η φιλότητα όλων των κοινωνικών τάξεων συντελούνταν μέσα σ’αυτό το ολικό ανθρώπινο χωνευτήρι του πολιτισμού-καλλιτέχνες όλοι κι εκείνοι που δημιουργούν και οι άλλοι οι πολλοί που αποδέχονται και ανατροφοδοτούν.

Επιτρέψτε μου να κάμω μια ιδιαίτερη αναφορά στον παράξενο, πολυδιαβασμένο και ανεξάντλητο σαν πολύφυλλο βιβλίο παντός καιρού, Κώστα ντε Βαλαμόντε στον οποίο και αφιέρωσα την πρωτοποριακή μελέτη μου Λαϊκός Σουρεαλισμός-Κώστας ντε Βαλαμόντε: ο αντιήρωας μιας παραλογικής αφήγησης, εκδόσεις Fagotto books. Εκεί θέλησα να αποδώσω στον εκκεντρικό δημιουργό, που για δεκαετίες εξέθρεψε την ειρωνεία και το κέφι μας αλλά εισέπραξε και την ανατροφοδοτική έμπνευση της πολύπλευρης δημιουργικότητάς του, την αξία που έφερε δίπλα σε μιαν ευρωπαϊκή θάλλουσα αβάν γκαρντ, που ο ίδιος είχε ψυχανεμιστεί από επιλεκτικά αποκόμματα των προσφιλών εφημερίδων του, και με εμπνευσμένο λαϊκό ενθουσιασμό την κατέστησε προσωπική του εκφραστική ιδιόλεκτο: στα ποιήματα, στη φιλοσοφία, στη γνωμική του πυκνωμένη ευστοχία, στις πράξεις και στην ακατάληπτη κοινωνικότητά του. Δίπλα του ο Βούλης Βρεττός, εκπρόσωπος της ριζωμένης παράδοσης του λαϊκού γέλιου σε όλες του τις εκφάνσεις και κοινωνικές προσαρμογές, παίζει δίπλα του-μαζί και ο Νιόνιος ο Πατσάς- ένα ρόλο που θα μπορούσε άνετα να τον προσοικειωθεί μια παράσταση μπεκετικού θεάτρου του παραλόγου. To Πάνθεον υπήρξε για δεκαετίες το “total scenery”- κάτι σαν το παρισινό Cabaret Voltaire- κι έχει τόσα να λέει για τους ευρηματικούς περφόρμερς και τις υπερρεαλιστικές παραστάσεις, που εξακτίνωσαν την πολιτισμική παράδοση μιας μικρής επαρχιακής πόλης στην πρωτοπορία της λαϊκής αποδομητικής πολιτισμικής ανατροπής.

Τριάντα εφτά χρόνια -όσα και η αφοσίωση και η μέθεξη στην ατόφια λευκαδίτικη ψυχή της Νανάς του- περιπλανιέται ο Βαγγέλης μέσα σ’αυτό το βιβλίο του: στη σκηνή του Πάνθεον, στα σοκάκια της πόλης, στα ακούσματα της Φιλαρμονικής, στους χορούς των λευκαδίτικων σωματείων, στις ανασεμιές των γιασεμιών, στους ήχους του καναριού, του γαρδελιού και των χελιδονιών εκεί που πρώτα ανέκραξαν το παρθενικό τους κάλεσμα στα κλουβιά της γειτονιάς του Πουλιού, στα σούρτα φέρτα που ακούραστα παλεύει το κύμα, στα απόκρυφα μυστήρια της λευκαδίτικης νύχτας, σε στίχους των μεγάλων ποιητών Βαλαωρίτη και Σικελιανού, και στις κατανυκτικές ολονυχτίες στο Μοναστήρι της Φανερωμένης, εμβληματικό σύμβολο ανυπόταχτης ιερότητας όλων εκείνων των λαϊκών ανθρώπων που κατασκεύαζαν την εγκόσμια χαρά τους στη σκηνή και στην πίστα των θαυμάτων του Πάνθεον.

Μια θρησκεία μνήμης μας παραδίνει ο Βαγγέλης Κουκούλογλου σ’αυτή την αυτοβιογραφία του ενσώματου και εμπνεύματου Πάνθεον. Για κείνους που έζησαν εν τόπω και εν χρόνω το μπρίο και την έμπνευσή του, μια κατατεθειμένη επιστροφή. Στους άλλους, νεότερους ή μακρινότερους, προσφέρει ανταποδοτικά το υστέρημα της ψυχής του-γιατί έτσι διδάχτηκε ανασαίνοντας τον γνήσιο λευκαδίτικο αξιακό κώδικα μέσα στο σπίτι και στον ατελεύτητο ιδιωτικό και δημόσιο πολιτισμό του αξέχαστου πεθερού του, του Θοδωρή Αραβανή-του κυρ- Θοδωράκη, για τον οποίο θα πρότεινα στον Βαγγέλη μια μονογραφία πλαισιωμένη από τα στοιχεία του πολιτισμικού σύμπαντος της Λευκάδας.

Σ’ευχαριστούμε Βαγγέλη, γι’αυτό που έπραξες για μας και θαυμαστά το μνημείωσες μέσα στο ξεφύλλισμα του βιβλίου σου. Κάτι που ποτέ δεν μπορεί να πραγματωθεί μέσα στις πραγματικές συντεταγμένες του χρόνου. Μας πήρες από το χέρι και μας οδήγησες ξανά μαγικά και άσφαλτα, πίσω, σε άγουρες, παιδικές ή εφηβικές και νεανικές ηλικίες και κηδεμονευτικά, βελούδινα πάλι, όπως η φυσική μικρασιάτικη ευγένειά σου υπαγορεύει, μας ακουμπάς ξανά στο παρόν μας-τούτη τη μαγική βραδιά αυγουστιάτικου καλοκαιριού της Λευκάδας, όπου οι μάσκες απόψε δεν προστατεύουν από τον ξενόφερτο ιό αλλά από την έκθεση στην «ιοβόλο» επίθεση των συναισθημάτων μας. Πάλι τα κατάφερες με απίθανη μαεστρία να μας «εξοντώσεις» και μάλιστα με την ομόθυμη συγκατάθεσή μας! Σ’ευχαριστούμε προπάντων γι’αυτό!